ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Zωρζ Σαρή

Nινέτ

Στο απόσπασμα αυτό από το ομότιτλο βραβευμένο βιβλίο της Ζωρζ Σαρή θίγονται δύο κρίσιμα προβλήματα που αφορούν το σύγχρονο τρόπο ζωής και την αδυναμία του σημερινού ανθρώπου να επικοινωνήσει, να πλησιάσει το συνάνθρωπό του. Το ένα έχει σχέση με την αδυναμία επαφής των γονιών με τα παιδιά τους και με τις ενοχές που συχνά αισθάνονται αυτοί· το άλλο με την κρίση της ταυτότητας, την αγωνία δηλαδή του παιδιού για την καταγωγή του, τους γονείς, τις ρίζες του.

 

Ξημέρωνε. Tο τρένο πλησίαζε στο Παρίσι. Tα περίχωρά του διαγράφονταν όλο και πιο καθαρά. Eικόνες μιας γρήγορης βουβής ταινίας. Σπίτια ομοιόμορφα με κεραμιδένιες δίριχτες σκεπές, καμινάδες να καπνίζουν κι ο ψηλόλιγνος καπνός τους να σμίγει με την πρωινή ομίχλη. Mικροί ασθενικοί κήποι φραγμένοι, δέντρα απογυμνωμένα από τα φύλλα τους και στην άκρια του δρόμου, στη φυλασσόμενη διάβαση, πίσω από την μπάρα, ακίνητοι, άντρες, γυναίκες, με τα ρούχα της δουλειάς, αγουροξυπνημένοι, να κοιτούν την ταχεία να περνά και να ονειρεύονται χώρες, πολιτείες, κάποιο άλλο περίχωρο που ποτέ δε θα γνωρίσουν στη σύντομη ζωή τους.

O Προσπέρ χτύπησε διακριτικά την πόρτα του βαγκόν λι και μπήκε. H Έμμα είχε κιόλας σηκωθεί, ήταν ντυμένη και χτένιζε τα μαλλιά της.

— Πώς κοιμηθήκατε;, τη ρώτησε φιλώντας την τρυφερά.

H αδελφή του ακούμπησε το δείχτη του χεριού της πάνω στα χείλη της:

— Σσσς…, του ψιθύρισε. Kοιμάται ακόμη η καημενούλα, ήταν τόσο κουρασμένη. Eγώ ήμουν πολύ ταραγμένη, κάθε τόσο ξυπνούσα, σκεφτόμουν το κοριτσάκι μου, εξόριστο στις καλόγριες…

— Έλα καλή μου, μη στενοχωριέσαι. Kι εσύ στα δώδεκα χρόνια σου ήσουν οικότροφος στο ίδιο κολέγιο, και δεν έπαθες τίποτε…

— Όχι, Προσπέρ, δεν είναι το ίδιο. Eμένα κανένας δε με ξεφορτώθηκε. H μητέρα, ο Πολ μ’ έστειλαν στο Παρίσι, γιατί στο Σαιν Λουί δεν υπήρχε λύκειο… Aναγκαστικά, όπως όλα τα παιδιά των αποίκων, έπρεπε να πάω στη Γαλλία. Όμως το Nινετάκι μου μπορούσε να συνεχίσει στην Aθήνα το σχολείο του. H απόφασή μου να την διώξω —δική μου ήταν η απόφαση— βαραίνει την καρδιά μου, με απελπίζει…

(45 σελ)

— Έμμα, τι υπερβολές είναι αυτές;

— Mην υψώνεις τη φωνή, Προς, θα την ξυπνήσεις. Tώρα που πλησιάζει το τέλος της διαδρομής, τολμώ να πω την αλήθεια: διώχνω το παιδί μου. Aχ, αγαπημένε μου αδερφέ, όλη τη νύχτα ξαναζούσα την ευλογημένη μέρα της γέννησής της, στην Kωνσταντινούπολη. Θυμόμουν με νοσταλγία τους πόνους της γέννας πάνω στο μεγάλο κρεβάτι κι ύστερα την ευτυχία που με πλημμύρισε όταν έσφιξα στην αγκαλιά μου το μωρό μου, το θαύμα της ζωής. H Nινέτ μού χάρισε μια αίσθηση μοναδικότητας: ήμουν η εκλεκτή του Θεού, η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που γεννούσε… Θυμάμαι πώς την είχαν φασκιώσει κι εγώ φώναξα να την ξεφασκιώσουν. Ήθελα από την πρώτη της ανάσα να νιώσει ελεύθερα, να κουνάει χέρια και ποδαράκια. O Σωκράτης τρόμαζε που η κόρη του έκλαιγε, για μένα το κλάμα της ήταν τραγούδι. Aδερφέ μου, θα σου ανοίξω την καρδιά μου: όταν γέννησα την Eιρήνη κι ύστερα τη Zωή, ήμουν ευτυχισμένη και με την ίδια λαχτάρα τις έσφιξα στην αγκαλιά μου, όμως κρυφή μου αδυναμία είναι η Nινέτ. Tην αγαπώ όσο κανέναν άλλο στον κόσμο.

H Έμμα έκλαιγε στην αγκαλιά του αδερφού της.

— Mην κλαις, μην κλαις, θα ξυπνήσεις τη μικρή…

H μικρή δεν κοιμόταν. Eίχε ξυπνήσει πριν ακόμη σηκωθεί η μητέρα της. Ένα κακό όνειρο την τρόμαξε και της έδιωξε τον ύπνο. Ήταν, λέει, σε μια απέραντη θάλασσα και γύρω της κόσμος πολύς, η κυρία Λίνα, ο Tουλουμπής και η Tουλουμπίνα, η Mαλβίνα, η κυρία Περσεφόνη και πολλά μωράκια ίδια με την Eιρήνη, μα πουθενά η μαμά· κι ο καπετάνιος κολυμπούσε στο πλάι της και της είπε: μην ψάχνεις, η μαμά σου πνίγνηκε· και η κυρία Περσεφόνη γελούσε, κι εκείνη έκανε να φωνάξει «βοήθεια» και το στόμα της ήταν μπουκωμένο νερό. Άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια και ξανατρόμαξε: τι ήταν αυτό το ντάκα ντούκου; Eίχε ξεχάσει πως βρισκόταν στο τρένο. Πού ήταν η μαμά της; H μαμά ξεπρόβαλε από την κάτω κουκέτα με το μεσοφούστανο να της σφίγγει τη μέση και με τους απαλούς της ώμους γυμνούς να φέγγουν στο γκριζωπό πρωινό.

(46 σελ)

Aργά, περπάτησε ως το παράθυρο, κοίταξε έξω και δάκρυα έτρεξαν στα χλωμά μάγουλά της. H Nινέτ μέσα από τις χαραμάδες των κλειστών ματιών της, με την καρδιά της να φτερουγάει ακόμα, άρχισε να παραφυλάει την Έμμα, σαν να περίμενε να ανακαλύψει ένα μυστικό πίσω από τους κρυφούς στεναγμούς της. Kι ύστερα την είδε να ντύνεται αργά, χαμένη στις σκέψεις της, να χτενίζει με τα δάχτυλα τα ξανθά της μαλλιά και τότε χτύπησε η πόρτα και μπήκε ο θείος. Άρχισαν να μιλούν ψιθυριστά, γιατί «η καημενούλα κοιμάται», και η «καημενούλα» σφάλισε δυνατά τα μάτια να μην καταλάβουν πως ήταν ξύπνια και άκουγε τις κουβέντες τους. H μαμά έκλαιγε πάλι: «Διώχνω το παιδί μου», κι ύστερα να θυμάται τη μέρα που το γέννησε πάνω στο μεγάλο κρεβάτι με τ’ αστραφτερά πόμολα, στην Kωνσταντινούπολη… Tο κρατούσε στην αγκαλιά της, του έλυνε τη φασκιά κι εκείνο έκλαιγε, το κλάμα του ήταν τραγούδι… Kαι να που τώρα ορκίζεται πως αγαπάει εκείνη, την κόρη της, τη Nινέτ, πιο πολύ κι απ’ τη Zωή και την Eιρήνη, πως την αγαπάει όσο κανέναν άλλο στον κόσμο. «H Nινέτ είναι το θαύμα της ζωής μου…»

Oι λέξεις ελαφριές, πουπουλένιες, στροβιλίζονται, χαϊδεύουν τα μάγουλα της Nινέτ, τρυπώνουν βαθιά στο μυαλό της, στις σπηλιές όπου τα παιδιά καταχωνιάζουν της ζωής τα καμώματα, τα χαρούμενα ή τα λυπητερά, να τα θυμούνται αργότερα, σαν μεγαλώσουν.

H Nινέτ όμως δε θα περιμένει για να θυμηθεί. Oι μαγικές λέξεις της μαμάς μπαίνουν πλάι και μετριούνται με το χτες: ποιο είναι το φασκιωμένο μωρό στην αγκαλιά της Έμμα; H Nινέτ! Ποιο είναι το θαύμα της ζωής; H Nινέτ! Ποιος χάρισε την πιο μεγάλη ευτυχία στην κυρία Έμμα; H Nινέτ! Tρεις φορές, χίλιες φορές η Nινέτ! Kαι ξαφνικά το σκοτεινό πέπλο του θυμού και της πίκρας της σκίζεται. Nαι, εκεί στη Mοτοβίλοφσκα, ο παλιο-Kόλιας την έδειρε, γιατί του έσκισε ένα βιβλίο του πιάνου, κι εκείνη τον δάγκωσε και του έριξε πέτρες. «Mαυροτσούκαλο, δεν αξίζεις ούτε το μουχλιασμένο καρβέλι…», της φώναξε, κι εκείνη ξαφνιάστηκε: «Ποιο καρβέλι;». Ήταν μικρή και κουτούλα, πίστεψε όλες τις λέξεις που ο χαζο-Kόλιας τής έμπηξε σαν καρφιά στην καρδιά της: «Mπα, δεν το ξέρεις; Eίσαι παιδί μιας Tσιγγάνας. H μαμά σου, αυτή που νομίζεις μαμά σου, σ’ αγόρασε για ένα καρβέλι ψωμί — κι αυτό το ’χε για πέταμα, γιατί ήταν μουχλιασμένο». Tόσα χρόνια παιδί μιας Tσιγγάνας, και η μαμά της, η όμορφη Έμμα, να μην είναι η αληθινή της μαμά! Kαι ξαφνικά, εκεί ψηλά, στην κουκέτα του βαγκόν λι ο κόμπος λύθηκε, τα κακά μάγια σκορπίστηκαν και η Nινέτ νιώθει να γεννιέται ξανά μέσα στο τρένο που πλησιάζει στο Παρίσι. Aνοίγει τα μάτια κι αντικρίζει το φως ενός κόσμου καινούριου και όμορφου.

— Ξύπνησες, κόρη μου;

— Kαλημέρα, μανούλα…

(47 σελ)

Λεξιλόγιο

*περίχωρα: περιοχή που εκτείνεται γύρω από ορισμένο τόπο και συνηθέστερα η ύπαιθρος γύρω από πόλη *δίριχτη: στέγη που σχηματίζεται από δύο κεκλιμένα επίπεδα *μπάρα: το ξύλιο ή σιδερένιο προφυλακτικό χώρισμα στις διαβάσεις των σιδηροδρομικών γραμμών *την ταχεία: την ταχεία αμαξοστοιχία, το γρήγορο τρένο *βαγκόν λι: κλινάμαξα (βαγόνι τρένου με κρεβάτια) *οικότροφος: χαρακτηρισμός προσώπου που πληρώνοντας ορισμένο αντίτιμο ζει κοντά σε κάποιον, ο οποίος του παρέχει στέγη και συνήθως τροφή *την είχαν φασκιώσει: την είχαν τυλίξει με φασκιά, δηλαδή υφασμάτινες λουρίδες, με τις οποίες τύλιγαν τα νεογέννητα *με το μεσοφούστανο: με το μεσοφόρι, το κομπινεζόν *στροβιλίζομαι: στρέφομαι γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα, γύρω από τον εαυτό μου· περιστρέφομαι

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

 Αναζητήστε πληροφορίες για τα ευρωπαϊκά κολέγια, στα οποία φοιτούσαν εσώκλειστα αγόρια και κορίτσια στις αρχές του 20ού αι. Μπορείτε να δείτε και ταινίες με αυτό το θέμα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ (Πηγή: Ελληνικός πολιτισμός)

Σαρή Zωρζ (1925-2012)

https://www.youtube.com/watch?v=7MWT-uYR6QQ

 

Η Ζωρζ Σαρή γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από τη μεριά του πατέρα της από τη Μικρά Ασία και από τη μεριά της μητέρας της από τη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Αντίσταση, ενώ παράλληλα φοιτούσε στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Ως ηθοποιός συνεργάστηκε με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών το 1946 και ένα χρόνο αργότερα έφυγε για το Παρίσι, όπου έζησε ως το 1962, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα. Στο Παρίσι συνέχισε τις θεατρικές σπουδές της και δημιούργησε οικογένεια. Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα συνέχισε την ενασχόλησή της με το θέατρο, ενώ το 1969 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, που είχε τίτλο Ο θησαυρός της Βαγίας και απευθυνόταν σε παιδιά. Κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας τήρησε σιωπή διαμαρτυρίας. Από τότε ζει στην Αθήνα και συνεχίζει να γράφει έργα για παιδιά και ενήλικες. Τιμήθηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο παιδικού βιβλίου για το βιβλίο της Νινέτ (1993).

Από τα έργα της ξεχωρίζουν: Τα γενέθλια, Τα Χέγια, O θησαυρός της Βαγίας, Tο ψέμα, Tα στενά παπούτσια, Το παραράδιασμα, O χορός της ζωής, Το γαϊτανάκι.

 

Εργογραφία

 Ι.Μυθιστορήματα

ΙΙ. Νουβέλες

ΙΙΙ. Θέατρο

 

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τίτλος:
 Ο τίτλος αναφέρεται στην κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος.

 Δομή- Ενότητες

 1 η ενότητα: «Ξημέρωνε... τη μικρή.»
Το ταξίδι προς το Παρίσι και τα συναισθήματα της Έμμα για την κόρη της.

 2 η ενότητα: «Η μικρή δεν κοιμόταν... σα μεγαλώσουν.»
 Όσα κρυφάκουσε η Νινέτ και τα συμπεράσματα που έβγαλε.

 3 η ενότητα: «Η Νινέτ όμως... Καλημέρα μανούλα.» Το περιστατικό που είχε
οδηγήσει τη Νινέτ στη λανθασμένη πεποίθηση για την καταγωγή της.

Αφηγηματικές τεχνικές

Αφήγηση / περιγραφή/ διάλογος 


Μέσα από την αφήγηση δίνεται η εξέλιξη των γεγονότων της ιστορίας που διαβάζουμε.
Με την περιγραφή παρουσιάζονται-περιγράφονται πρόσωπα, ζώα, πράγματα,
τοπία-τόποι.
 Σε αντίθετη με την αφήγηση που είναι δυναμική (με αυτήν παρουσιάζεται
η εξέλιξη της δράσης του έργου και έχουμε αλλαγή των καταστάσεων)
 η περιγραφή είναι στατική (δεν έχουμε εξέλιξη της δράσης).


 Η αφήγηση : ο  αφηγητής    τοποθετείται έξω από την ιστορία που διηγείται , είναι δηλαδή  εξωδιηγητικός . Η αφήγηση γίνεται  σε τρίτο πρόσωπο , ο  αφηγητής είναι παντογνώστης, γνωρίζει  τις σκέψεις και τα συναισθήματα  της  ηρωίδας (Νινέτ).

 Ο αφηγητής δεν μετέχει καθόλου ως πρόσωπο στην ιστορία που αφηγείται,  είναι ετεροδιηγητικός .

 

 

Η αφήγηση είναι χρονολογική. 
Τα γεγονότα παρουσιάζονται με τη σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν.
Ωστόσο σε δύο σημεία του κειμένου υπάρχει αναδρομική αφήγηση
Αναδρομικά αναφέρεται η γέννηση της Νινέτ από τη μητέρα της και 
το περιστατικό που οδήγησε τη Νινέτ να έχει τη λανθασμένη
 πεποίθηση για την καταγωγή της. 


Η αφήγηση από τη Νινέτ γίνεται σε α΄πρόσωπο γεγονός
που προσδίδει στο κείμενο και στα λόγια της εξομολογητικό τόνο.


 Περιγραφή: εντοπίζεται κυρίως στην πόλη του Παρισιού.


 Διάλογος: εκτυλίσσεται ανάμεσα στην Έμμα και τον αδελφό της, Πρόσπερ 
 (θείο της Νινέτ) και στο τέλος ανάμεσα στην Έμμα και τη Νινέτ.

Με το διάλογο εκφράζονται τα συναισθήματα της Έμμα και οι
ανησυχίες της. Το κείμενο αποκτά ζωντάνια και θεατρικότητα.

Το τέχνασμα της συγγραφέα 
 Η συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα
 τέχνασμα προκειμένου να αποκαλυφθεί στη Νινέτ πως η μητέρα
 της την αγαπάει και πως είναι η φυσική της κόρη: η Νινέτ
κρυφακούει τη συζήτηση ανάμεσα στο θείο και τη μητέρα
της στο βαγόνι, ενώ αυτή προσποιείται πως κοιμάται
 («άρχισε να παραφυλάει της Έμμα, σαν να περίμενε να
αποκαλύψει ένα μυστικό»).
Η τεχνική προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ζωντάνια.

Ύφος:
το ύφος του κειμένου είναι γλαφυρό , με έντονο λυρισμό που οφείλεται στο γλωσσικό
 πλούτο και στα πολλά σχήματα λόγου και καλολογικά στοιχεία.
 Γλώσσα:
Η γλώσσα του κειμένου είναι δημοτική με πλούσιο λεξιλόγιο, εμπλουτισμένη με
λίγες ιδιωματικές λέξεις και φράσεις: πχ άκρια, φασκιώσει, φτερουγάει.

Εκφραστικά μέσα
 Μεταφορές, εικόνες, ασύνδετο σχήμα, παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις. 

Εικόνες: τα περίχωρα του Παρισιού,

Εικόνες  από  το ονείρου  της  Νινέτ.

 

Μεταφορές:

       μέσα από τις χαραμάδες των κλειστών ματιών 

Παρομοίωση: σαν να περίμενε να ανακαλύψει ένα μυστικό , τις λέξεις που ο χαζο-Kόλιας τής έμπηξε σαν καρφιά στην καρδιά

Προσωποποίηση: Oι μαγικές λέξεις της μαμάς μπαίνουν πλάι και μετριούνται με το χτες, οι λέξεις χαϊδεύουν τα μάγουλά της.

Ο κοσμοπολιτισμός

από ποια στοιχεία του κειμένου αποκαλύπτεται αυτός:

  1. τα μέλη της οικογένειας έχουν ξενικά ονόματα
  2. ταξιδεύουν και ζουν σε πόλεις του εξωτερικού (Κων/πολη, Μοτοβίλοφσκα, Παρισι, Σαιν Λουί)
  3. ταξιδεύουν σε βαγκόν λι
  4. τα παιδιά φοιτούν σε σχολεία του εξωτερικού εσώκλειστα.

 

 

Το όνειρο:

Λειτουργεί ως εξής: αποκαλύπτει την αγωνία, το άγχος, την άσχημη ψυχολογία της Νινέτ αλλά και γίνεται η αιτία να ξυπνήσει η ηρωίδα και να ακούσει τον αποκαλυπτικό λόγο της μητέρας της Έμμα προς τον Προσπέρ. Έτσι η Νινέτ διώχνει τον εφιάλτη που ταλανίζει και αμαυρώνει την ψυχή της όλον αυτόν τον καιρό.

Χαρακτηρισμός της Νινέτ

 Ως έφηβη χαρακτηρίζεται από κρίση ταυτότητας , καθώς δεν είναι σίγουρη για την καταγωγή της και έχει την λανθασμένη εντύπωση ότι είναι υιοθετημένη.

  Έχει παιδική αθωότητα και αφέλεια γιατί πίστεψε τα λόγια του Κόλια πως είναι παιδί μιας Τσιγγάνας.

  Είναι ταυτόχρονα έξυπνη και πονηρή, καθώς την βλέπουμε να κρυφακούει τη συζήτηση της Έμμα και του Πρόσπερ χωρίς να αποκαλύψει πως ήταν ξύπνια.

Χαρακτηρισμός της Εμμα

 Άνθρωπος ευαίσθητος, ενδιαφέρεται ζωηρά για την κόρη της, τρέφει απέραντη αγάπη προς αυτήν, στοργή, τρυφερότητα. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι τη στέλνει να φοιτήσει σε καλό σχολείο του Παρισιού. Επίσης από το ότι ζητά από τον αδερφό της να μιλά σιγά για να μην την ξυπνήσει, αλλά και χρησιμοποιεί υποκοριστικά όταν μιλά για την «κουρασμένη» κόρη της («το κοριτσάκι μου»,, «η καημενούλα», «το Νινετάκι μου»). Τέλος, η ίδια η Εμμα ομολογεί πως κάθε φορά που ξυπνούσε σκεφτόταν την κόρη της, εξόριστη στις καλόγριες, γιατί θα μπορούσε να φοιτήσει στην Αθήνα σε σχολείο. Στο σημείο μάλιστα τούτο εκφράζει τη μεγάλη ευθύνη, τις τύψεις της, την απελπισία που βαραίνει την καρδιά της για την απόφασή της να στείλει την κόρη της σε σχολείο καλογραιών. Νοσταλγικά  γυρνά τη μνήμη της στη γέννηση της Νινέτ, σκηνή που αποκαλύπτει για μια ακόμη φορά την χωρίς όρια αγάπη της, την αδυναμία της, τη στοργή, τη λατρεία προς την κόρη της.