Ραψωδία χ 1-446 Μνηστηροφονία
Βασικά σημεία:
Μετά την επιτυχία του στο αγώνισμα του τόξου ο Οδυσσέας είναι έτοιμος να πάρει την εκδίκησή του: ρίχνει την πρώτη σαΐτα στον ανυποψίαστο Αντίνοο, την ώρα που αυτός σηκώνει την κούπα να πιει κρασί. Οι μνηστήρες, μόλις τον βλέπουν να πέφτει νεκρός, ανάστατοι απειλούν τον Οδυσσέα με θανάτωση. Αυτός αποκαλύπτεται (Σκυλιά, που λέγατε δεν θα γυρίσω πια στον τόπο μου, μετά της Τροίας τον πόλεμο) και απαριθμεί τις αδικίες τους, πριν τους τιμωρήσει γι’ αυτές:
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι ένοχοι και συνεπώς θα τιμωρηθούν.
Ο Ευρύμαχος, ένας από τους πιο επιφανείς μνηστήρες, βρίσκει το κουράγιο να σταθεί απέναντι στον Οδυσσέα και να του μιλήσει. Καταλαβαίνει ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και χρησιμοποιεί μια σειρά από επιχειρήματα, για να γλιτώσει τον εαυτό του και τους υπόλοιπους μνηστήρες:
Ο Ευρύμαχος κλείνει τον λόγο του δίνοντας και πάλι δίκιο στον Οδυσσέα: ως τότε δικαιούσαι να ‘σαι χολωμένος. Το λόγια του δείχνουν ότι είναι ψύχραιμος και ετοιμόλογος, αλλά επίσης και πανούργος, ψεύτης, αυθάδης, εγωιστής και άδικος, γιατί ρίχνει το φταίξιμο σε έναν μνηστήρα, ενώ όλοι είναι υπεύθυνοι. Σκοπός του είναι να γλιτώσουν οι υπόλοιποι τη σκληρή τιμωρία.
Ο Οδυσσέας δεν είναι, βέβαια, αφελής, ώστε να πιστέψει τον Ευρύμαχο. Απορρίπτει τον συμβιβασμό (67-68) και δίνει δύο επιλογές στους μνηστήρες: να πολεμήσουν για να σώσουν τη ζωή τους ή να το βάλουν στα πόδια –ίσως γλιτώσουν.
(α) ποια η μοίρα του Ληώδη;
Ο μάντης Ληώδης ικετεύει τον Οδυσσέα να τον σπλαχνιστεί· ισχυρίζεται ότι όχι μόνο δεν αδίκησε, αλλά και προσπάθησε να συγκρατήσει τους άδικους μνηστήρες. Ο Οδυσσέας τον κατηγορεί ότι ήταν ανάμεσα σε αυτούς που εύχονταν τον θάνατό του και ήθελαν να παντρευτούν την Πηνελόπη· γι’ αυτό τον σκοτώνει.
(β) γιατί ο Φήμιος ζητά να σωθεί;
Τώρα είναι η σειρά του Φήμιου να ικετέψει για τη ζωή του. Χρησιμοποιεί δύο επιχειρήματα:
Ο Τηλέμαχος επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του Φήμιου και έτσι γλιτώνει τον θάνατο.
(γ) η διεξοδική παρομοίωση των στ.410-416
Στα σημεία που ο ποιητής θέλει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση και να τα κάνει πιο κατανοητά χρησιμοποιεί εικόνες της φύσης συνήθως. Έτσι και στους στίχους 410-416 οι μνηστήρες παρομοιάζονται με ψάρια που οι ψαράδες τα έπιασαν στα δίχτυα και να πέταξαν στην αμμουδιά. Ο ποιητής θέλει να τονίσει την εικόνα των νεκρών μνηστήρων, που είναι σωριασμένοι ο ένας πάνω στον άλλον –ένας σωρός άψυχα σώματα
Αφού πήρε την εκδίκησή του, ο Οδυσσέας καλεί την Ευρύκλεια, αλλά δεν της επιτρέπει να εκδηλώσει τη χαρά της. Σύμφωνα με τον Οδυσσέα δεν είναι όσιο (σύμφωνο με τους θεϊκούς κανόνες) να φέρεται κανείς αλαζονικά πάνω από νεκρό, ακόμη κι αν τον αντιπαθούσε ή τον μισούσε. Άλλωστε, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενα του Οδυσσέα, οι θεοί τούς έγραψαν αυτό το πικρό τέλος, επειδή ήταν άδικοι. Δύο ηθικές αρχές αναγνωρίζονται εδώ:
Τώρα ήρθε η σειρά των δούλων: ο Οδυσσέας μαθαίνει από την Ευρύκλεια ποιοι/-ες δούλοι/-ες του δεν έδειξαν αφοσίωση και τους τιμωρεί.
Αντίθετα με τη συμπεριφορά του απέναντι στον Κύκλωπα, μετά τη μνηστηροφονία ο Οδυσσέας αποφεύγει την αλαζονική στάση, είναι συγκρατημένος και δε διαπράττει ύβρη.