Τα ΜΜΕ και η Δημοκρατία του 21ου αιώνα

 

Η αρχή του 21ου αιώνα καθιερώνει για το καλύτερο και για το χειρότερο, τον θρίαμβο των ΜΜΕ. Και αυτό κάτω από τον διπλό αστερισμό της εικόνας και της στιγμής. Η εικόνα αναδεικνύει την κυριαρχία του συναισθήματος πάνω στη λογική και στη γνώση, ενώ η στιγμή, τυραννική και επιθετική, διώκει τη διάρκεια και εξουδετερώνει τη μνήμη. Μέσα λοιπόν σε αυτό το νέο περιβάλλον, το οποίο κυριαρχείται από την «άχρηστη γνώση» και από την «πολιτική-θέαμα-ψέμα», τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολλά και ζωτικά.

Πρέπει να τιθασευτεί η ισχύς των ΜΜΕ; Και αν ναι, με ποιον τρόπο; Πού σταματά η ευθύνη των δημοσιογράφων; Τι είναι τελικά η ελευθερία του Τύπου; Ποιες σχέσεις διατηρούν τα ΜΜΕ με την πολιτική εξουσία και με τη Δικαιοσύνη; Πόσο θέατρο παίζουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι; Οι πωλητές τρόμου και μαζικής βλακείας ασκούν δημοσιογραφικό έργο; Ποια η στάση του πολίτη απέναντι στην ψευδολογία, στη λασπολογία και στη συνειδητή παραπλάνησή του; Γιατί η νοθεία τιμωρείται στο εμπόριο και στη βιομηχανία και όχι στη δημοσιογραφία;

Οι πιθανές απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα θα αποτελούσαν έναυσμα για βαθύ προβληματισμό. Έναν προβληματισμό άγνωστο στη χώρα μας, σε μια περίοδο που ο λαϊκισμός, ο ρατσισμός, η παραπληροφόρηση και η υπεραπλούστευση τείνουν να γίνουν μόνιμο δημοσιογραφικό καθεστώς. Με αποτέλεσμα η κοινή γνώμη να συγχέει την πληροφορία με το εύκολο και το ευτελές και τελικώς να μεταβάλλεται σε χύδην όχλο. Τίθεται έτσι ένα σοβαρό πρόβλημα ποιότητας της δημοκρατίας. Όταν οι ειδήσεις κατασκευάζονται και τα συνθήματα προεπιλέγονται από τους παραγωγούς ειδήσεων, τότε για ποια δημοκρατία μπορούμε να ομιλούμε; Και σε ποιους;

Οι απίστευτες πρόοδοι των τεχνολογιών της πληροφόρησης και το στιγμιαίο της διάχυσης των πληροφοριών, σε συνδυασμό με την ηγεμονία της τηλεόρασης, άλλαξαν σε βάθος το δημοσιογραφικό τοπίο. Σήμερα, ο δημοσιογράφος είναι θεατής του μεγάλου παγκόσμιου θεάτρου, τις παραστάσεις του οποίου πρέπει να μεταφέρει «έντιμα και πιστά». Δυστυχώς, όμως, τα σημερινά ΜΜΕ όχι μόνον «οικοδομούν τη δική τους πραγματικότητα και άρα σμιλεύουν την κοινή μας ιστορία», αλλά αλλάζουν κατά βούληση και τα γεγονότα.

Επιπλέον, πολλές τρομοκρατικές πράξεις δεν θα γίνονταν αν δεν υπήρχαν τα τηλεοπτικά ΜΜΕ. Αρκετές βιαιότητες δεν θα γίνονταν αν οι πρωταγωνιστές τους γνώριζαν ότι καμία κάμερα δεν θα καταγράψει τα ανοσιουργήματά τους. Κατά συνέπεια, τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ δεν αρκούνται μόνο στο να καταγράφουν την πραγματικότητα, αλλά προκαλούν και την ύπαρξή της. Πρόκειται για μία τεράστια εξουσία των ΜΜΕ έναντι της πραγματικότητας, γεγονός που δημιουργεί τεράστιες ευθύνες.

Τις νέες αυτές πραγματικότητες, οι πολιτικοί τις έχουν από καιρό καταλάβει και έχουν συνειδητοποιήσει ποια είναι η δύναμη επιρροής των τηλεοπτικών ΜΜΕ. Η εικόνα δεν έχει στα εγκεφαλικά μας νεύρα την ίδια επίδραση που ασκεί το κείμενο. Προκαλεί το συναίσθημα, αλλά όχι τη σκέψη. Αδειάζει την πολιτική από το περιεχόμενό της γιατί καλλιεργεί το στιγμιαίο και όχι το διαρκές. Συμβαίνει όμως η πολιτική να στηρίζεται στη διάρκεια και όχι στο πρόσκαιρο. Κατά συνέπεια οι συνεπείς με τον εαυτό τους πολιτικοί άνδρες θα πρέπει να αποφεύγουν τα τηλεοπτικά ΜΜΕ, όταν αυτά επιδιώκουν να τους οδηγήσουν στη συνθηματολογία και την υπεραπλούστευση». Τα σύγχρονα ΜΜΕ, άλλωστε, μπορεί να συγκινούν, πλην όμως εξοστρακίζουν τη μνήμη, απεχθάνονται την σε βάθος έρευνα, ενδιαφέρονται για τα αποτελέσματα αλλά όχι για τα αίτιά τους και τελικά αναγορεύουν το επιφανειακό και το υπεραπλουστευμένο σε κυρίαρχο τρόπο σκέψης.

Η τηλεόραση μπορεί να χρησιμοποιεί τη δικτατορία του στιγμιαίου, για να ντύνει όπως αυτή θέλει την πραγματικότητα και άρα να νοθεύει την ιστορική μνήμη. Στο πλαίσιο αυτό αρκετοί δημοσιογράφοι είναι συνένοχοι των πολιτικών και τους διευκολύνουν να μετατρέπουν την πολιτική τέχνη σε τεχνική ψευδολογίας. Το φαινόμενο είναι απαράδεκτο και προσβλητικό για την κοινωνία των πολιτών, πλην όμως υπάρχει και κατέχει δεσπόζουσα θέση. Όλα αυτά οδηγούν σε ολισθηρούς δρόμους τη δημοσιογραφία και δημιουργούν τεράστιες ευθύνες σε δημοσιογράφους, εκδότες, πολιτικούς και ιδιοκτήτες ΜΜΕ.

Κατά τη γνώμη μας, μοναδικό αντίδοτο στην όχι ευχάριστη κατάσταση των ΜΜΕ είναι η σε βάθος εκπαίδευση και επιμόρφωση των δημοσιογράφων, η καλλιέργεια κριτικού πνεύματος στο ευρύ κοινό και η ανάδειξη μιας «άλλης πληροφόρησης». Ενός διαφορετικού δηλαδή τρόπου άντλησης και επεξεργασίας πληροφοριών, οι οποίες θα στηρίζονται στον γραπτό λόγο και όχι στη στιγμιαία εικόνα. Είναι καιρός, με άλλα λόγια, η έντυπη δημοσιογραφία να αφυπνιστεί και να αναλάβει την πρωτοβουλία να προωθήσει πρακτικές που θέλουν να απευθύνονται σε πολίτες και όχι σε υπηκόους.

 

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος [Διασκευασμένο κείμενο]