Μάθημα : ΔΡΑΣΗ -ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ-ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2024-2025

Κωδικός : 1701052296

1701052296 - ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΑΚΗ

Ενότητες μαθήματος

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Εκκλησιαστική μουσική είναι η μουσική που χρησιμοποιείται κατά την λατρεία του Θεού στη Χριστιανική Εκκλησία. Η εκκλησιαστική μουσική ακολούθησε διαφορετική πορεία στην Ανατολή και τη Δύση. 

Στην Ανατολή :Βυζαντινή Μουσική

Η Βυζαντινή Μουσική είναι η μουσική είναι η εξέλιξη και καλλιέργεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής Η Βυζαντινή Μουσική είναι η μουσική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που μεταφράζεται και απαρτίζεται αποκλειστικά από ελληνικά κείμενα ως μελωδία. Έλληνες και ξένοι ιστορικοί συμφωνούν ότι αυτές οι μελωδίες, οι εκκλησιαστικοί Ήχοι και γενικά το όλο σύστημα της βυζαντινής μουσικής, συνδέεται στενά με το αρχαίο ελληνικό μουσικό σύστημα. Οι αρχές της χρονολογούνται από ορισμένους μελετητές στον 4ο αιώνα μ.Χ, λίγο μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από το Μέγα Κωνσταντίνο.

Η βυζαντινή μουσική που διασώζεται, είναι στο σύνολό της εκκλησιαστική, με εξαίρεση κάποιους αυτοκρατορικούς ύμνους, που και αυτοί έχουν θρησκευτικά στοιχεία. Το βυζαντινό άσμα ήταν μονωδικό, σε ελεύθερο ρυθμό και προσπάθησε συχνά να απεικονίσει μελωδικά την έννοια των λέξεων. Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ελληνική. Ο βυζαντινός ύμνος, του οποίου υπήρξαν τρεις τύποι, ήταν η μέγιστη έκφανση αυτού του μουσικού είδους.

Οι φθόγγοι ή τόνοι στη βυζαντινή μουσική διακρίνονται σε επτά και ονομάζονται: πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω και νΗ.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗ ΔΥΣΗ: ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ ΜΕΛΟΣ

Πήρε το όνομα του από τον πάπα  Γρηγόριο Α΄ τον Μέγα.

Αποτελεί τη βάση της Ευρωπαικής μουσικής

Είχε τις καταβολές του στην Ανατολή.

 

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΌ ΟΡΓΑΝΟ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Πρόγονος του οργάνου υπήρξε η ύδραυλις, εφεύρεση του μεγάλου μηχανικού και εφευρέτη Κτησίβιου (3ος αιώνας π.Χ.) από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.Η Ύδραυλις ήταν αρχαιοελληνικό αερόφωνο όργανο της αρχαιότητας με ισχυρό και έντονο ήχο το οποίο χρησιμοποιούνταν στα θεάματα του ιπποδρόμου και στην εκτέλεση στρατιωτικής μουσικής. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του οργάνου αυτού ήταν το υδραυλικό σύστημα πάνω στο οποίο βασιζόταν για να λειτουργήσει, καθώς αυτό ήταν υπεύθυνο για την παραγωγή, κίνηση και ρύθμιση της πίεσης του αέρα, ο οποίος διοχετευόταν στους αυλούς διαμέσου μιας σειράς μοχλών.

Το αρχαίο αυτό μουσικό όργανο, αν και αρχικά κέντρισε μάλλον το τεχνικό παρά το μουσικό ενδιαφέρον των ανθρώπων των ελληνιστικών χρόνων, δεν άργησε να αναπτυχθεί και να διαδοθεί στον ρωμαϊκό κόσμο. Τους επόμενους αιώνες, αρχαία όργανα κοσμούσαν τα ανάκτορα των βυζαντινών αυτοκρατόρων (αλλά δεν χρησιμοποιούνταν σε εκκλησίες). Ωστόσο, στη Δύση, με την κατάλυση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το όργανο ξεχάστηκε εντελώς. Το 757 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος δώρισε ένα όργανο στον βασιλιά των Φράγκων Πιπίνο τον Βραχύ (πατέρα του Καρλομάγνου)· η δωρεά αυτή υπήρξε σημαντικότατο γεγονός και αποτέλεσε την απαρχή αναβίωσης του οργάνου στη Δύση.

Αν και ουδείς πάπας έδωσε ποτέ επίσημη συγκατάθεση για τη χρήση του οργάνου στο χώρο της εκκλησίας, κάτι τέτοιο αρχίζει να συμβαίνει ολοένα και περισσότερο από τον 9ο ως τον 12ο αιώνα. Κατά τον 13ο αι. μεγάλοι καθεδρικοί ναοί χτίζονται ή αναστηλώνονται και ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την κατασκευή (ή ανακαίνιση) μεγάλων εκκλησιαστικών οργάνων. Ως τον 15ο αι. το όργανο εξελίσσεται κατασκευαστικά, αποκτά πεντάλ και περισσότερα του ενός κλαβιέ, ενώ μετά τον 16ο αι. αναπτύσσονται εθνικές σχολές κατασκευής με αξιοσημείωτες διαφορές. Αυτό που αξίζει πάντως να σημειώσουμε είναι πως, πέραν της εκκλησιαστικής χρήσης, το όργανο ανέκαθεν είχε παράλληλα και ευρύτατη κοσμική χρήση. Ήδη, τον 13ο αιώνα, κατασκευάζονταν ευρέως μικρότερα όργανα που εύκολα μεταφέρονταν (Positiv, Portativ) ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες (και) της κοσμικής μουσικής.

 

ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΚΑΙ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ

Ανάμεσα στους μεγάλους συνθέτες που δημιούργησαν το ογκωδέστατο ρεπερτόριο του εκκλησιαστικού οργάνου δεσπόζει αναμφισβήτητα η μορφή του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο οποίος ως δεινός οργανίστας έγραψε για το όργανο μερικές από τις πιο ευφάνταστες, συγκινητικές και πρωτοποριακές σελίδες μουσικής όλων των εποχών. Στην κλασική και ρομαντική περίοδο, το πιάνο κάνει μια δυναμική είσοδο στον ευρωπαϊκό μουσικό κόσμο και με τις ιδιαίτερες εκφραστικές του ικανότητες κυριαρχεί έναντι των παλαιότερων πληκτροφόρων.

Οι μεγάλοι ρομαντικοί συνθέτες (Σούμαν, Μπραμς, Μέντελσον κ.ά.) γράφουν ελάχιστα για εκκλησιαστικό όργανο, εξαιρουμένων των Σεζάρ Φρανκ και Φραντς Λιστ, που του αφιέρωσαν πολλά και σημαντικά έργα. Στον 20ό αιώνα, το ενδιαφέρον για το όργανο αναζωπυρώνεται διεθνώς, με αιχμή του δόρατος το τεράστιο σε έκταση και σε ποιότητα έργο του γάλλου συνθέτη (και οργανίστα) Ολιβιέ Μεσσιάν.