Περιγραφή Μαθήματος
Αγαπητά παιδιά,
εδώ τοποθετώ το υλικό που δουλεύουμε στην τάξη, κάποιο συμπληρωματικό υλικό, τις ασκήσεις και τις δραστηριότητες με τις οποίες θα πρέπει να ασχοληθείτε.
Παρακαλώ να μελετάτε το υλικό, να επικοινωνείτε μαζί μου με mail για τις απορίες σας και για να μου στέλλετε τη δουλειά σας ώστε να έχω άποψη για το βαθμό εμπέδωσης διδαχθείσας της ύλης. Η διεύθυνση του mail είναι mmakarouna@sch.gr
Να προσέχετε και να είστε καλά!
Με εκτίμηση
Μακαρούνα Μαρία
Με την ολοκλήρωση της 1ης Θ.Ε. ας ξαναθυμηθούμε τα κυριώτερα σημεία.
2.1. «ΕΙΣ ΜΙΑΝ, ΑΓΙΑΝ, ΚΑΘΟΛΙΚΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ…»(Σημειώσεις)
Η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα εκκλησιαστικά σύμβολα.
- Το κλήμα («ἄμπελος») και η «ναυς»/ πλοίο σύμβολα της Εκκλησίας
- Ο καλός ποιμένας, σύμβολο του Ιησού
- Το περιστέρι με κλαδί ελιάς στο ράμφος του, σύμβολο του πιστού μέσα στη χαρά του Παραδείσου
- ο Άλφα και το Ωμέγα, σύμβολο του Χριστού, που είναι η αρχή και το τέλος των πάντων.
- Το ψάρι («ΙΧΘYΣ», στα αρχαιοελληνικά), που λειτουργούσε σαν ακροστιχίδα της ομολογίας της πίστης: Ιησούς Χριστός, Θεού Yιός, Σωτήρ
Η Εκκλησία στο Σύμβολο της Πίστης
Η Εκκλησία, σύμφωνα με το 9ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική. Η θεολογική ανάλυση των τεσσάρων ιδιοτήτων της αναδεικνύει τη βαθύτερη φύση και την αποστολή της:
Η Εκκλησία χαρακτηρίζεται ως «Μία» διότι είναι μοναδική, παρά το γεγονός ότι εκδηλώνεται μέσα από χιλιάδες ενορίες και εκκλησιαστικές κοινότητες σε κάθε γωνιά της γης γιατί μία είναι η κεφαλή της ο Χριστός.
Χαρακτηρίζεται επίσης Αγία. Η ιδιότητα αυτή πηγάζει από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που την καθοδηγεί. Τα μέλη της θεωρούνται «εν δυνάμει» άγιοι, καθώς επιζητούν τη θεία χάρη και προσπαθούν, παρά τις αποτυχίες τους, να νικήσουν την αμαρτία στην καθημερινή τους ζωή.
Έπειτα ονομάζεται Καθολική. Ο χαρακτηρισμός αυτός «Καθολική» υποδηλώνει ότι τα μέλη της Εκκλησίας βιώνουν την πλήρη αλήθεια. Παράλληλα, η καθολικότητα έχει γεωγραφική διάσταση, καθώς η Εκκλησία απευθύνεται και αναφέρεται σε όλους τους λαούς της γης.
Τέλος χαρακτηρίζεται Αποστολική: Η Εκκλησία είναι «Αποστολική» επειδή θεμελιώθηκε πάνω στην διδασκαλία των Αποστόλων του Κυρίου, οι ποιμένες της είναι διάδοχοί τους και αποστολή της είναι η συνέχιση του έργου τους.
Συνοψίζοντας, οι ιδιότητες αυτές περιγράφουν μια ζωντανή κοινότητα που, ενώ είναι γεωγραφικά διασκορπισμένη, παραμένει ενωμένη υπό τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, διατηρώντας την αποστολική της ταυτότητα και το έργο της σωτηρίας.
2.2. ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
- Καινή Διαθήκη (για τη Θεία Λειτουργία):
- Λκ 22,17-20: «Ύστερα πήρε το ποτήρι, έκανε ευχαριστήρια προσευχή και είπε: «Πάρτε το αυτό και μοιράστε το μεταξύ σας∙ σας λέω πως από ’δω και πέρα δε θα ξαναπιώ απ’ τον καρπό του αμπελιού, ώσπου να έρθει η βασιλεία του Θεού». Ύστερα πήρε ψωμί και, αφού έκανε ευχαριστήρια προσευχή, το κομμάτιασε και τους το έδωσε λέγοντας: «Αυτό είναι το σώμα μου, που παραδίνεται για χάρη σας∙ αυτό που κάνω τώρα, να το κάνετε στην ανάμνησή μου». Το ίδιο, μετά το δείπνο, πήρε και το ποτήρι λέγοντας: «Αυτό το ποτήρι είναι η νέα διαθήκη, που επισφραγίζεται με το αίμα μου το οποίο χύνεται για χάρη σας».
- Α΄ Κορ 10, 16: «Όταν πίνουμε το ποτήριο της ευχαριστίας, με το οποίο ευχαριστούμε τον Θεό, δεν κοινωνούμε με το αίμα του Χριστού; Κι όταν κόβουμε και μοιράζουμε τον άρτο, τρώγοντάς τον δεν κοινωνούμε με το σώμα του Χριστού;».
- Α΄ Κορ 11, 28: «Γι’ αυτό πρέπει να εξετάζει κανείς προσεκτικά τον εαυτό του, και τότε να τρώει από τον άρτο και να πίνει από το ποτήριο».
3.Η ευχαριστιακή ζωή
Η ευχαριστιακή ζωή στον Παράδεισο
Ο Πανάγαθος Θεός έπλασε τον άνθρωπο από αγάπη, ελεύθερα, για να συμμετάσχη στην Ζωή Του. Τον επροίκισε με σπάνια χαρίσματα, το λογικό, το αυτεξούσιο, την αγαπητική δύναμι. Όλα αυτά αποτελούν το «κατ’ εικόνα». Του έδωσε τα χαρίσματα αυτά για να μπορή να ζη σε κοινωνία με τον Θεό, να αγαπά τον Θεό, να συνομιλή με τον Θεό, να προσφέρεται στον Θεό. Σύμφωνα με το πρώτο κε[1]φάλαιο της Γενέσεως ο άνθρωπος ζούσε στον Παράδεισο ευτυχισμένα, μέσα στην αγάπη του Ουρά[1]νιου Πατέρα. [...] Μέσα στον Παράδεισο ο Πανάγαθος Θεός τοποθέτησε τον άνθρωπο ως βασιλέα, να χρησιμοποιή όλα τα αγαθά που του έδωσε και χρησιμοποιώντας και εξουσιάζοντας αυτά σωστά να τα προσφέρη με ευχαριστία στον Θεό. Προσφέροντας δε στον Θεό την ευχαριστία για όλα τα δώρα που του έδωσε, να είναι συγχρόνως και ιερεύς. Έτσι ο πρώτος άνθρωπος ήταν βασιλεύς και ιερεύς. Μπορούσε να δέχεται τα πρόσωπα, τους άλ[1]λους ανθρώπους, τα πράγματα, τον εαυτό του, ως δώρα του Θεού και ευχαριστώντας τον Θεό να τα επαναπροσφέρη πάλι στον Θεό και Πατέρα του ως θυσία. [...] είχε ως κέντρο της ζωής τον Θεό∙ όλα τα δεχόταν ως δώρα του Θεού και όλα τα επέστρεφε στον Θεό ως δώρα δικά Του. [...] Αυτή ήταν η ζωή των πρώτων ανθρώπων [...]. Όλη τους η ζωή ήταν μια ευχαριστία, μια εκδήλωσι ευγνωμοσύνης προς τον Ουράνιο Πατέρα. Ήταν μια ζωή αγαπητική. Ό,τι έκανε ο άνθρωπος ήταν μια έκφρασι αγάπης προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπό του. Επιτελούσε τρόπον τινά μια Θεία Λειτουργία, την Λειτουργία του Παραδείσου∙ [...] Καψάνης, Γέροντας Γεώργιος, Προηγούμενος Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου.
- Εκκλησία = Ευχαριστία
Στα αρχαιότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης που κατέχομε, δηλαδή στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ο όρος «Εκκλησία» χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τοπική Εκκλησία, όχι σε οποιαδήποτε μορφή Της, αλλά στη Σύναξή της για τη Θ. Ευχαριστία. [...] Μια άλλη μαρτυρία της ταυτίσεως της Ευχαριστιακής Συνάξεως με την Εκκλησία είναι η φράση «κατ’ οίκον εκκλησία», που απαντούμε πάλι στον Απ. Παύλο. Η κρατούσα άποψη είναι ότι η φράση αυτή εδήλωνε τη Σύναξη της τοπικής Εκκλησίας σε ένα από τα σπίτια των μελών της Εκκλησίας για να τελέσουν την Ευχαριστία [...] [...] Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Ορθόδοξος Λαός μας, ζυμωμένος με την εκκλησιολογία αυτή, έχει ταυτίσει τον όρο «Εκκλησία» με τον χώρο όπου τελείται η Ευχαριστία: «Πηγαίνω στην Εκκλησία», αντί πηγαίνω στο Ναό. Δεν θα γινόταν αυτό, αν δεν ήταν ριζωμένος βαθιά στη συνείδηση του Λαού μας αυτός ο ταυτισμός Εκκλησίας και Ευχαριστίας. [...] «… [με το Βάπτισμα] έχομε μια οντολογική αλλαγή, ότι ο άνθρωπος πρέπει να μπει πλέον σε μια νέα σχέση με τον κόσμο. Δεν μπορεί να είναι κανείς βαπτισμένος και να είναι μακριά από την βίωση της Κοινότητος της Εκκλησίας, γι’ αυτό Βάπτισμα σημαίνει συγχρόνως και τοποθέτηση μέσα στην Κοι[1]νότητα της Εκκλησίας και κοινωνία στη Θεία Ευχαριστία. [...] Το άλλο σημαντικό στοιχείο απ’ την εμπειρία της Θείας Ευχαριστίας είναι ότι κάνει τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σχέση που περνάει μέσα από τους άλλους. Μπορεί κανείς εύκολα να δημιουργήσει μια σχέση με τον Θεό, η οποία να παραγνωρίζει, να παραμερίζει τον πλησίον. Αυτή είναι μια επικίνδυνη κατάσταση, η οποία μπορεί εύκολα να συμβεί έξω από την Ευχαριστιακή εμπειρία. Αλλά και στην Ευχαριστιακή εμπειρία παρεισφρέει πολλές φορές η ευσεβιστική ατομοκρατία, και βλέπει κανείς πολλές φορές έναν πιστό να πηγαίνει στη Θεία Ευχαριστία και να απομονώνεται από το υπό[1]λοιπο Σώμα της Εκκλησίας, για να προσευχηθεί δήθεν καλύτερα, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα στο σπίτι του. Στη Θεία Λειτουργία δεν πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε ως άτομα, πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε μαζί με τους άλλους, ως Κοινότητα. Πρέπει, λοιπόν, να έχουμε διαρκώς συνείδηση ότι ο διπλανός μας είναι και αυτός μέλος τού ίδιου Σώματος και ότι δια μέσου της σχέσεως αυτής με τον διπλανό μας επικοινωνούμε με τον Θεό. [...] Ο άνθρωπος, λοιπόν, βιώνει [...] τη Βασιλεία του Θεού στη Θεία Ευχαριστία [...]. Γι’ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι βιώνουμε την Εκκλησία με τρόπους, που πολλές φορές σκανδαλίζουν τους ετεροδόξους. Έχει, παραδείγματος χάριν, η Εκκλησία μας και η Θεία Ευχαριστία μια ιδιαίτερη λα[1]μπρότητα: πολύ φως, λαμπρά άμφια, ωραία ψαλμωδία, ωραίες εικόνες, ωραία χρώματα. Όλα αυτά αποβλέπουν σε έναν σκοπό: στο να απεικονίσουν την Βασιλεία τού Θεού σε μας και να μας κάνουν να την προσευχηθούμε. [...] Η βίωση του Μυστηρίου της Εκκλησίας, ενώ κατεξοχήν λαμβάνει χώρα μέσα στα Μυστήρια, προ[1]εκτείνεται και πέρα από τα Μυστήρια, στη ζωή του πιστού έξω από τα Μυστήρια, στις σχέσεις του με τους άλλους, στη σχέση του με τον υλικό κόσμο. [...] Αυτή η συνειδητοποίηση της συγκρούσεως μετα[1]ξύ αυτού, που παίρνουμε στα Μυστήρια και αυτού, που είμαστε στην καθημερινή μας ζωή δημιουργεί το βίωμα της μετανοίας∙ και η μετάνοια είναι ακριβώς αυτή που θα μας κρατάει πάντοτε σε σωστή σχέση με την Εκκλησία. Ζηζιούλας, Ι., Μητροπολίτης Περγάμου (2006). Ευχαριστίας εξεμπλάριον: Ήτοι κείμενα εκκλησιολογικά και ευχαριστιακά.
«Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν».
Παρ’ όλο που τα προσφερόμενα δεν είναι δικά τους [των ανθρώπων], αλλά του Θεού, και παρ’ όλο που ο Θεός θα μπορούσε να τα πάρει μόνος του, προσφέροντες είμαστε οι άνθρωποι. Η προσφορά μας αυτή αποτελεί [...] δημιουργία και σύνθεση. Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, το οποίο αποτυπώνεται στην ευχαριστιακή πράξη και ειδικότερα στην επιλογή των υλικών που χρησιμοποιούνται στη θεία Ευχαριστία. [...] Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας φωτίζει τη δημιουργική και συνθετική κλήση του ανθρώπου. Τον άρτο και τον οίνο, λέει, τον προσφέρουμε κατά τη θεία Λειτουργία στον Θεό ως ένα είδος εκπροσώπου της ζωής μας [...]. Με αυτά συντηρούμαστε στη ζωή. Γιατί όμως (ρωτά ο Καβάσιλας) προσφέρουμε άρτο και οίνο και όχι άλλες τροφές; Διότι (απαντά ο ίδιος) τα εν λόγω δώρα δεν είναι απλώς βρώσιμα από πλευράς χημικής σύστασής τους, αλλά ενσωματώνουν την ανθρώπινη δημιουργικότητα, τη συμμετοχή του ανθρώπου στην ιστορία. Αντίθετα προς τους καρπούς και τα ζώα που γίνονται τροφή των άλλων ζώων ως έχουν, ο άρτος και ο οίνος δεν βρίσκονται έτοιμοι στη φύση. Προέρχονται μεν από γεννήματα της κτίσης (από σιτάρι και αμπέλι), προκύπτουν όμως με ανθρώπινη επεξεργασία, στο πλαίσιο κάποιας πρότασης πολιτισμού. «Το να χρειάζεται να κατασκευάσει άρτο για να φάει, και το να εφεύρει οίνο για να πιει, είναι ιδιαίτερο χα[1]ρακτηριστικό του ανθρώπου μόνο». Παπαθανασίου, Θ. Ν. (20092 ). Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Αθήνα: Εν πλω, σ. 40 - 42
2.3. Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
Η ενότητα στην εκκλησιαστική κοινότητα μέσα από το Βάπτισμα και τη Θεία Ευχαριστία.
- Εξ ύδατος και Πνεύματος
Στην αρχαία παράδοση το Βάπτισμα, το Χρίσμα και η Ευχαριστία [...] σχηματίζουν μια λειτουργική ακολουθία και «τάξη», γιατί κάθε μυστήριο βρίσκει την πληρότητά του στο άλλο με τέτοιο τρόπο, ώστε είναι αδύνατο να καταλάβουμε πλήρως τη σημασία του ενός όταν χωριστεί και απομονωθεί από τα άλλα δύο. [...] Στο Βάπτισμα αναγεννιόμαστε «εξ ύδατος και Πνεύματος», και αυτή η γέννηση μας κάνει ανοιχτούς στο δώρο του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή στην προσωπική μας Πεντηκοστή. Και τελι[1]κά, το δώρο του Αγίου Πνεύματος μας «ανοίγει» εισόδους στην Εκκλησία, στο τραπέζι του Χριστού, στη Βασιλεία Του. Βαπτιζόμαστε για να λάβουμε το Άγιο Πνεύμα∙ παίρνουμε το Άγιο Πνεύμα για να γίνουμε ζωντανά μέλη του Σώματος του Χριστού, και για να αυξάνουμε μέσα στην Εκκλησία, στην πληρότητα της ηλικίας του Χριστού. [...] [...] αν η Ευχαριστία είναι αληθινά το μυστήριο της Εκκλησίας, και όχι μόνον ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, τότε αναγκαστικά η είσοδος στην Εκκλησία σημαίνει είσοδο στην Ευχαριστία, τότε η Ευχαριστία είναι πράγματι το πλήρωμα του Βαπτίσματος. Σμέμαν, Αλ. (1990). Εξ ύδατος και πνεύματος. Μτφρ. Ι. Ροηλίδης. Αθήνα: Δόμος, σ. 164, 166.
- Βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία κανένα Μυστήριο δεν είναι αυτόνομο και αυτοτελές, μάλιστα δε τα τρία «μυητικά μυστήρια». Ειδικά ως προς το Βάπτισμα και τη Θ. Ευχαριστία, η σύνδεση του ενός με το άλλο υπήρξε ανέκαθεν αδιάσπαστη λειτουργικά, και τούτο για λόγους όχι απλά τυπικούς, αλλά βαθύτατα θεολογικούς και δογματικούς». [...] Σαφής [...] είναι η μαρτυρία του Οδοιπορικού της Αιθερίας (δ΄ αι.), το οποίο περιγράφει τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, και το οποίο μάς πληροφορεί ότι μετά το Βάπτισμα ακολουθούσε η είσοδος των νεοφώτιστων της Εκκλησίας, όπου ετελείτο η Θ. Λειτουργία μετά εσπερινού.
Η ενότητα στην εκκλησιαστική κοινότητα μέσα από το Βάπτισμα και τη Θεία Ευχαριστία.
[...] Όπως δεν μπορεί να τελεσθεί Θ. Λειτουργία χωρίς λαϊκούς, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει εν ενεργεία λαϊκός χωρίς τη συμμετοχή του στην Ευχαριστιακή σύναξη.
Το Βάπτισμα είναι θάνατος και ανάσταση.
Ο Απ. Παύλος είναι σαφής ως προς αυτό (Ρωμ 6, 34). Αλλά αν δεν συμμετάσχει ό βαπτισθείς στη Θ. Ευχαριστία, πώς μπορεί να αναστηθεί στην καινή ζωή; Ένα Βάπτισμα ασύνδετο προς τη Θ. Ευχαριστία είναι ένας θάνατος χωρίς ανάσταση. Με το Βάπτισμα ο πιστός πεθαίνει ως «τέκνον σώματος», δηλ. τέκνο των βιολογικών νόμων, της φθοράς, και αναγεννάται ως «τέκνον της Βασιλείας». Αλλά η πλήρης εικόνα της Βασιλείας είναι η Ευχαριστία. Χωρίς αυτήν το Βάπτισμα χάνει το εσχατολογικό του νόημα.
Το Βάπτισμα παρέχει την υιοθεσία.
Δηλ. τη δυνατότητα κατά χάριν να καλεί κανείς τον Θεό «Πατέρα», όπως κατά φύσιν τον καλεί ο μονογενής Υιός. Αλλά αυτό μόνο στη Θ. Ευχαριστία μπορεί να συμβεί κυριολεκτικά. Η προσευχή «Πάτερ ημών» ήταν ανέκαθεν ευχαριστιακή προσευχή. [...] Το «τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι τὸν Θεὸν Πατέρα, καὶ λέγειν Πάτερ ἡμῶν» έχει τη φυσική του θέση προ της Θ. Κοινωνίας. Η υιοθεσία που παρέχει το Βάπτισμα, εκφράζεται και πραγματοποιείται μόνο μέσα στην Ευχαριστία. [...] Είναι το μυστήριο της αγάπης ως κοινωνίας με τον Θεό και με τους άλλους. Αυτό είναι η πεμπτουσία της Θ. Ευχαριστίας, το να είναι εικόνα της Βασιλείας, πρόγευση των έσχατων, βίωση της αγάπης ως κοινωνίας με το Θεό και τους άλλους εν τω σώματι του Χριστού. Σε τι ωφελεί, λοιπόν, το Βάπτισμα, όταν ο βαπτισθείς δεν συναχθεί αμέσως επί το αυτό στην ευχαριστιακή σύναξη; Ζηζιούλας, Ι., Μητροπολίτης Περγάμου (1999). Άγιον Βάπτισμα και Θεία Λειτουργία.
3.Το Βάπτισμα, μυστική ταφή και ανάσταση
Το Βάπτισμα υποδηλώνει μια μυστική ταφή και μια ανάσταση με τον Χριστό (Ρωμ 6, 45 και Κολ 2,12). Το εξωτερικό σημείο δε αυτής της ταφής και της ανάστασης είναι η βύθιση του βαπτιζομένου στην κολυμβήθρα, που την ακολουθεί η ανάδυσή του από το νερό. […] Μέσω του Βαπτίσματος μας δίνεται η άφεση κάθε αμαρτίας, της προπατορικής, αλλά και κάθε άλλης πραγματοποιημένης. «Ενδυόμαστε τον Χριστό», και γινόμαστε μέλη της Εκκλησίας, του Σώματός Του. Οι Ορθόδοξοι, για να θυμούνται τη βάπτισή τους, φορούν σ’ όλη τους τη ζωή ένα μικρό Σταυρό, κρεμασμένο από τον λαιμό τους με μια αλυσιδίτσα.
Ware, Κάλλιστος, επίσκοπος Διοκλείας (2001). Η ορθόδοξη Εκκλησία. Αθήνα: Ακρίτας
2.4. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Απαντήσεις της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστης για τη σωτηρία
- Η σωτηρία στην Ορθόδοξη Εκκλησία
2α. Άγιος Νεκτάριος, Ἡ σωτηρία κατορθώνεται καί μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου «Οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Μτ. ια’ 27 ). [Κανένας δε γνωρίζει πραγματικά τον Υιό, παρά μόνον ο Πατέρας∙ ούτε τον Πατέρα τον ξέρει κανείς πραγματικά, παρά μόνο ο Υιός, καθώς κι εκείνος στον οποίο θέλει ο Υιός να τον φανερώσει.]
Παρά το γεγονός ότι η θεία φιλανθρωπία είναι άπειρη, και πλούσια η Χάρη του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου, εντούτοις η σωτηρία είναι αδύνατη χωρίς τη συγκατάθεση και τη συνεργασία του ανθρώπου. Πρώτος αυτός οφείλει να συναισθανθεί ότι αμάρτησε∙ να μεταμεληθεί, να επιθυμήσει και να επιζητήσει τη σωτηρία του και έτσι η Χάρη να τον επιβραβεύσει με αυτήν. Διότι και η συναίσθηση και η μεταμέλεια, ο πόθος της σωτηρίας, και η αναζήτησή της, είναι ένδειξη επιστροφής προς τον Θεό, είναι σημείο αποστροφής της αμαρτίας και διάθεση ασκήσεως στην αρετή, είναι κατά κάποιο τρόπο επίκληση της θείας ευσπλαχνίας, η οποία βιάζεται να ελεήσει τον παραπλανημένο. Ώστε για να μας σώσει η Χάρη, πρέπει να θέλουμε να σωθούμε. Γι’ αυτή την αλήθεια δίνουν μαρτυρία οι θείοι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο θείος Χρυσόστομος λέει: «η Χάρη, παρότι είναι Χάρη, σώζει μόνο εκείνους που το θέλουν». Επίσης και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος βεβαιώνει: «το να σωθούμε προϋποθέ[1]τει και τη δική μας συμμετοχή και του Θεού»∙ και ο Ιουστίνος προσθέτει: «Αν και ο Θεός έπλασε μόνος τον άνθρωπο, δεν σώζει τον άνθρωπο δίχως τη συγκατάθεσή του». Πλανώνται αυτοί που πιστεύουν ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνο με τη Χάρη του Θεού ή μόνο με τη δική του θέληση, δίχως τη θεία Χάρη. Γιατί η μεν χάρη, όπως επισημάναμε, δεν σώζει, παρά μόνο όσους μετανόησαν και επέστρεψαν στον Κύριο, ενώ η θέληση χωρίς τη Χάρη είναι ανεπαρκής για τη σωτηρία, γιατί ο άνθρωπος αδυνατεί από μόνος του να δικαιώσει τον εαυτό του απέναντι στον Θεό.
[...] σύνολη η Εκκλησία, αφού βάδισε τη μέση οδό, κήρυξε [...] και δογμάτισε ότι «η σωτηρία του ανθρώπου κατορθώνεται με τη θεία Χάρη και με τη θέληση και τη συνεργασία του ιδίου». [...] Από τα ίδια τα λόγια του Σωτήρα θεωρείται δεδομένη η ανάγκη συνυπάρξεως και των δύο. Ο Κύριος ερχόμενος για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους, δεν τους έσωζε όλους, παρόλο που ήθελε να σωθούν όλοι και να έλθουν στην επίγνωση της αλήθειας, αλλά μόνο αυτούς που τον ακολουθούσαν∙ γι’ αυτό όταν κήρυττε τους έλεγε: «όποιος θέλει να με ακολουθήσει, πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του»∙ [...] Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως (2011). Γνώθι σαυτόν. Κείμενα αυτογνωσίας. Αθήνα: Άθως.
2γ. Παράδεισος κόλαση
Η πατερική θεολογία [...] κάνει λόγο για τον παράδεισο ως τον τόπο της βασιλείας του Θεού. [...] Δεν υπάρχουν κτιστοί και περιορισμένοι χώροι ως παράδεισος και κόλαση. Παράδεισος και κόλαση εί[1]ναι καταστάσεις και σχέσεις προς τον ζωοδότη Θεό. Ματσούκας, Ν. (1997). Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σ. 308-309. [...]
Η κολασμένη ζωή δεν είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση που την επιβάλλει βάσει ενός νόμου ο Θεός, και μάλιστα σε μια φυλακή κτιστών βασάνων. Ο Θεός, κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, λόγου χάρη, αγκαλιάζει αγαθούς και πονηρούς. Οι δεύτεροι δεν μπορούν να τον δουν στη δόξα του, και τον αισθάνονται ως τιμωρό και εχθρικό. [...] Είναι φιλία η παραδείσια ζωή, ενώ η κόλαση είναι «αφιλία» και ακοινωνησία, τόσο σε σχέση με τον Θεό όσο και σε σχέση με τους άλλους. Συγκλονιστική είναι μια διήγηση στα Αποφθέγματα του αββά Μακαρίου, την οποία θα ζήλευαν σύγχρονοι υπαρξιστές φιλόσοφοι και διανοούμενοι. Ο αββάς Μακάριος χτυπάει με το μπαστούνι του, καθώς βαδίζει στην έρημο, το πεταμένο κρανίο ενός αιρεσιάρχη. Και αμέσως η ψυχή του στην κόλαση αναγαλλιάζει, και αισθανόμενη την επαφή του αγίου τον παρακαλεί για ανακούφιση. Στην ερώτηση του αββά ποια είναι η κατάστασή τους εκεί στην κόλαση, ο κολασμένος τού λέει πως το πρόσωπο του καθενός είναι κολλημένο στη ράχη του άλλου, και δεν μπορεί κανένας να αντικρίσει τα πρόσωπα των άλλων. Τον παρακαλεί τελικά να προσευχηθεί, για να μπορέσουν να δουν λιγάκι το πρόσωπο του διπλανού τους. [...] Ματσούκας, Ν. (1988). Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σ. 544-546.
1.Πτώση και σωτηρία
[...] Από τη µελέτη όλων των αφηγήσεων της ενότητας των ένδεκα πρώτων κεφαλαίων του βι[1]βλίου της Γενέσεως προκύπτει ότι στόχος του συγγραφέα είναι να καταδείξει πως η διάσπαση των σχέσεων του ανθρώπου µε τον Θεό έχει ως συνέπεια την καταστροφή των σχέσεων σε όλα τα επίπεδα. Η σχέση ισότητας µεταξύ των δύο φύλων (Γένεσις β΄ 2325) µετατρέπεται σε σχέση υποταγής της γυναίκας στον άνδρα (Γένεσις γ΄ 16,20), ενώ ο Κάιν σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ (Γένεσις δ΄ 8). Μετά τον κατακλυσµό επέρχεται η διάρρηξη άλλης µιας σχέσης, αυτής µεταξύ πατέρα και γιου∙ ο Νώε καταριέται το γιο του, τον Χαµ (Γένεσις θ΄ 25). Τέλος, η προσπάθεια για οικοδοµή του πύργου της Βαβέλ καταλήγει στην πλήρη διάσπαση της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς οι άνθρωποι αδυνατούν πλέον να συνεννοηθούν µεταξύ τους και διασπείρονται σε όλη τη γη (Γένεσις ια΄ 9). Σε όλες τις περιπτώσεις προηγείται µια ανταρσία του ανθρώπου, µια προσπάθεια να υπερβεί τα όριά του και να επιδιώξει την εξοµοίωσή του µε τον Θεό όχι σε συνεργασία µαζί του αλλά ανταγωνιστικά. […] Το νόηµα της χριστιανικής σωτηρίας [...] Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αφηγήσεις που περιέχονται στα ένδεκα πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως δεν αποτελούν αναφορές σε ιστορικά γεγονότα του αρχέγονου παρελθόντος, αλλά περιγράφουν καταστάσεις που αναφέρονται στις σχέσεις του ανθρώπου µε τον Θεό και επαναλαµβάνονται συνεχώς µέσα στην ιστορία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής του πορείας ο άνθρωπος επιχειρεί µε τα ίδια ακριβώς µέσα, την απελευθέρωση από ηθικές δεσµεύσεις, τη βιολογική βελτίωση του είδους του και την εµπιστοσύνη στις δυνατότητες της τεχνολογίας, να πετύχει την απαλλαγή του από το κακό που τον καταδυναστεύει. Οι βιβλικές αφηγήσεις δείχνουν µε τον πιο γλαφυρό τρόπο ότι κάθε φορά που ο άνθρωπος νοµίζει ότι κάνει ένα βήµα προόδου αποµακρυνόµενος από τον Θεό, αµέσως διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη από την προηγούµενη κατάσταση. Η σωτηρία, κατά συνέπεια, που επαγγέλλεται ο Χριστός δεν συνίσταται στην απαλλαγή του ανθρώπου από κάποια υποτιθέµενη αρχέγονη ενοχή, αλλά στη δυνατότητα που παρέχεται στον άνθρωπο να αποκαταστήσει και να αναπτύξει τη σχέση του µε τον Θεό, αποκτώντας έτσι ένα ασφαλές κριτήριο για την ορθή εκτίµηση της θέσης και του ρόλου του µέσα στον κόσµο, ώστε σε συνεργασία µε τον Θεό να πετύχει την ανακαίνιση ολόκληρης της δηµιουργίας». Κωνσταντίνου, Μ. Πτώση και σωτηρία, σ. 4, 7.
2. Το Σχέδιο της Θείας Οικονομίας
Όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Δεσπότης του κόσμου είδε με φιλάνθρωπα μάτια τη δια[1]φθορά του ανθρώπου και θέλησε να τον επαναφέρει από την πλάνη στην επίγνωση της αλήθειας. Να αποκαταστήσει την πεσμένη και διχασμένη από την αμαρτία φύση του ανθρώπου και να τη σώσει από τη φθορά και το θάνατο. Ο Θεός «οικονόμησε», δηλαδή σχεδίασε και πραγματοποίησε τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό έγινε σταδιακά, όπως ακριβώς κάνει ο γιατρός, που με κατάλληλη δίαιτα και φαρμακευτική αγωγή επαναφέρει έναν άρρωστο οργανισμό στην κατάσταση της υγείας. Το σχέδιο αυτό του Θεού λέγεται «θεία οικονομία». [...]Το σχέδιο της θείας οικονομίας πέρασε από τρεις φάσεις. Για την πραγματοποίησή του απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η ελεύθερη συνεργασία, η συγκατάθεση των ανθρώπων.
Καλεί πρώτα ο Θεός τον Αβραάμ, που συνεργάζεται με το Θεό υποδειγματικά και μεταφέρει στο λαό τις υποσχέσεις του για σωτηρία. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι πατριάρχες της Π. Διαθήκης. Έπειτα ο Θεός ορίζει το Μωυσή αρχηγό των Ιουδαίων, που ζούσαν υπόδουλοι στην Αίγυπτο, και με θαυμαστό τρόπο τούς οδηγεί στη γη της επαγγελίας. Εκεί, [...] με τους προφήτες, που ήταν το στόμα του Θεού και διερμηνείς του θελήματός του, προαναγγέλλει την αναμενόμενη σωτηρία. Είναι αυτή που έφερε ο Χριστός με τη σάρκωσή του. [...] Αυτή ήταν η πρώτη φάση.
Η ζωή του Κυρίου, τα θαύματα, η διδασκαλία, το Πάθος και η Ανάστασή του είναι η δεύτερη φάση του θείου σχεδίου. Ο Κύριος είναι σωτήρας [...] όλων των ανθρώπων (Λουκ. 3,6). Δεν ήρθε στη γη για να κρίνει, αλλά για να σώσει το χαμένο πρόβατο, δηλαδή τον αποστάτη άνθρωπο. Ζητά από μας πίστη, μετάνοια, καλά έργα, αγάπη, αφοσίωση στο Θεό. Να είμαστε άγρυπνοι, αγωνιστές, ετοιμοπόλεμοι στο κακό και στα πάθη μας.
Η τρίτη φάση της Θείας οικονομίας είναι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος. Αυτή συνεχίζει το σωτήριο έργο του. Σωζόμαστε μέσα στην Εκκλησία. Με τα μυστήριά της, και μάλιστα με τη Θεία Ευχαριστία, παίρνουμε τον ίδιο το Χριστό, το Σώμα του και το Αίμα του. Προγευόμαστε τη Βασιλεία του Θεού, που έχει εγκαινιαστεί με την έλευση του Χριστού. Την πλήρη δόξα και μακαριότητα θα απολαύσουν οι πιστοί μετά την ανάσταση των νεκρών. Τότε θα ανακαινιστεί η κτίση και θα μεταμορφωθεί ο άνθρωπος. Σχολικό βιβλίο Θρησκευτικών Α΄ Λυκείου, ΔΕ 7, σ. 3435.
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ !!!
Στόχος του μαθήματος είναι να αποκτήσετε την ικανότητα:
- να διατυπώνετε συλλογισμούς για την Εκκλησία με βάση το σχετικό άρθρο του Συμβόλου της Πίστης,
- να εντοπίζετε κοινοτικά στοιχεία στους τρόπους έκφρασης (σύμβολα, εικόνες) και λειτουργίας της Εκκλησίας.
Στόχος του μαθήματος είναι να αποκτήσετε την ικανότητα:
- να αναγνωρίζετε τη Θεία Ευχαριστία ως βασικό στοιχείο συγκρότησης του σώματος της Εκκλησίας
- ερμηνεύετε τη Θεία Ευχαριστία ως σταυρική θυσία του Χριστού
- εξετάζετε τη σχέση Ευχαριστίας και σύγχρονου κόσμου.
Στόχος μας στο τέλος του σημερινού μαθήματος να μπορείτε:
1.να αναδεικνύετε τις διαστάσεις της ενότητας στη ζωή της χριστιανικής κοινότητας,
2.να συνδυάζετε τη μυστηριακή ενότητα στην Εκκλησία με το αίτημα της ενότητας των ανθρώπων ολόκληρου του κόσμου.
2.3. Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ από m.mkrn
Στόχος του μαθήματος είναι να αποκτήσετε την ικανότητα να:
- εντοπίζετε το περιεχόμενο σωτηρίας στο Χριστιανισμό,
- συσχετίζετε τη σωτηρία με την αγάπη του Θεού στην Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση
Με την ολοκλήρωση της 1ης Θ.Ε. ας ξαναθυμηθούμε τα κυριώτερα σημεία.
ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΣΤΗΝ 1η Θ. Ε.
1.1 Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΖΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ (σημειώσεις)
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς ένα σύστημα δογμάτων ή ένας κώδικας ηθικής. Είναι πρωτίστως βίωμα – δηλαδή προσωπική εμπειρία του Θεού, μετοχή στη χάρη Του και συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας. Χωρίς το βίωμα, η πίστη παραμένει θεωρητική και άκαρπη· με το βίωμα, μεταμορφώνεται σε ζωντανή σχέση, σε οδό σωτηρίας.
Τι είναι βίωμα και τι θρησκευτικό βίωμα;
Βίωμα είναι ό,τι δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά βιώνεται με την ύπαρξη ολόκληρου του ανθρώπου. Δεν είναι γνώση εξωτερική, αλλά εμπειρία εσωτερική, κάτι που ο άνθρωπος ζει και το οποίο τον μεταμορφώνει.
Έτσι και στη θρησκευτική ζωή, το βίωμα δεν περιορίζεται στη γνώση περί Θεού, αλλά είναι ζωντανή συνάντηση με τον Θεό. Το θρησκευτικό βίωμα στην Ορθοδοξία είναι η μετοχή στη ζωή του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος.
Πώς αποκτάται και πώς εκφράζεται το θρησκευτικό βίωμα στην Ορθοδοξία ;
Η ζωή της Εκκλησίας προσφέρει ποικίλους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει τη χάρη του Θεού:
Τα μυστήρια της εκκλησίας: Θεία Ευχαριστία Βάπτισμα, Χρίσμα, Εξομολόγηση, Ευχέλαιο, Γάμος, Ιερωσύνη —
Η Προσευχή: είτε προσωπική είτε κοινή
Η Θεία Λατρεία
Η Άσκηση
Η Καθημερινή Ζωή: του πιστού αποτελεί τρόπο έκφρασης του θρησκευτικού βιώματος.
Η σημασία του βιώματος για τη ζωή των πιστών
Το βίωμα δίνει νόημα και αλήθεια στην πίστη. Χωρίς αυτό, η πίστη κινδυνεύει να μείνει μια θεωρία ή συνήθεια προσκόλληση σε τύπους χωρίς καμία ουσία. Η Ορθοδοξία είναι πάνω από όλα βίωμα. Είναι πρόσκληση σε προσωπική σχέση με τον Χριστό, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο.
Μέσα από τη λειτουργική ζωή, την προσευχή, τα μυστήρια και την άσκηση, ο πιστός καλείται να ζήσει τον Θεό όχι μόνο με τον νου, αλλά με όλη του την ύπαρξη.
Έτσι η πίστη δεν παραμένει θεωρία, αλλά γίνεται ζωή· δεν μένει δόγμα, αλλά γίνεται κοινωνία.
1.2. Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ
- Περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης (Β.Μ. ΣΕΛ 17)
Το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης είναι τα «δόγματα», δηλαδή οι υπέρ λόγον αλήθειες, που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Οι αλήθειες αυτές περιέχονται συνοπτικά στο Σύμβολο της Πίστεως […]. Αναφέρονται στον τριαδικό Θεό, στον Θεάνθρωπο Χριστό, στη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου με κύριο σκοπό τη σωτηρία του από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος και στην έσχατη πραγματικότητα, την ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα Βασιλεία του Θεού. Είναι ευνόητο ότι η χριστιανική πίστη προϋποθέτει την ανθρώπινη ελευθερία, στην οποία και απευθύνεται ο Χριστός: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί» (Μκ 8, 34).
(Β.Μ. ΣΕΛ 18-19)
Η χριστιανική πίστη δεν είναι καρπός της ανθρώπινης διάνοιας∙ είναι η αβίαστη και ελεύθερη στροφή της καρδιάς στο Θεό. Η πίστη, ακόμη, δεν είναι κατάργηση, αλλά είναι υπέρβαση της λογικής, αφού καλεί τον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει τα όριά της. Στην ιστορία της Εκκλησίας, προσπάθησαν κάποιοι να κατανοήσουν το περιεχόμενο της πίστης μόνο με τη δύναμη της λογικής. Έτσι, απέρριπταν ό,τι δεν συμφωνούσε μ’ αυτήν, κρατώντας ένα μόνο μέρος της θείας αποκάλυψης. Γι’ αυτό ονομάστηκαν αιρετικοί (αἱροῦμαι = επιλέγω). Άλλοι ανάμιξαν την πίστη με αντιλήψεις ειδωλολατρικές ή ιουδαϊκές, νοθεύοντας την αλήθεια. Η πίστη των αιρετικών δεν είναι η πίστη της Εκκλησίας, αλλά ανθρώπινο κατασκεύασμα. Οι πρώτες αιρετικές τάσεις εμφανίστηκαν ήδη από την αποστολική εποχή. Οι απόστολοι συγκεντρώνονται στην Αποστολική Σύνοδο και όλοι μαζί διατυπώνουν την αλήθεια της Εκκλησίας. Το παράδειγμά τους θα ακολουθήσουν αργότερα οι Πατέρες της Εκκλησίας. Οι αιρέσεις αντιμετωπίζονται με τη σύγκληση Οικουμενικών (όλης της αυτοκρατορίας) Συνόδων(συν+οδός, κοινή πορεία). Οι Σύνοδοι είναι εφτά και πραγματοποιήθηκαν από το 325 έως το 787 * .
Το νόημα των αιρέσεων
Οι πνευματικές ζυμώσεις που αναπτύχθηκαν στο ευρύτερο πλαίσιο της χριστιανικής πίστης είχαν ως αποτέλεσμα τις διάφορες αιρέσεις, που ήταν κράμα θρησκευτικών αντιλήψεων από τον Ιουδαϊσμό ή τον ελληνορωμαϊκό κόσμο.Οι μεγαλύτερες αιρέσεις, είναι:
- Ο Αρειανισμός, προϊόν των θρησκευτικών δοξασιών του πρεσβυτέρου της Αλεξανδρείας Αρείου, ο οποίος διακήρυξε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός και «ομοούσιος» με τον Πατέρα Του αλλά κτίσμα του Θεού. Ο Αρειανισμός, όταν αρνείται τη θεότητα του Ιησού, απορρίπτει και το απολυτρωτικό Του έργο. Ο άνθρωπος, κατά συνέπεια, παραμένει δέσμιος της αμαρτίας και του θανάτου, αφού ο Χριστός δεν είναι Θεός και δεν μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε κοινωνία με το Θεό και επομένως, στη σωτηρία.
- Ο Νεστοριανισμός, η διδασκαλία του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Η Παναγία, κατά το Νεστόριο, πρέπει να ονομάζεται Χριστοτόκος κι όχι Θεοτόκος, αφού γέννησε τον άνθρωπο Χριστό στον οποίο «ενοίκησε» (κατοίκησε) ο Θείος Λόγος. Στο Νεστοριανισμό, η υποτίμηση της θεϊκής φύσης του Ιησού μειώνει το γεγονός της λύτρωσης που προσέφερε ο Χριστός. Αποκλείεται, όπως και στον Αρειανισμό, η ένωση Θεού και ανθρώπου, αφού ο Ιησούς είναι μόνο ένα ηθικό πρότυπο ανθρώπου και όχι Θεάνθρωπος.
- Ο Μονοφυσιτισμός. Ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής, για να αντιμετωπίσει την αίρεση του Νεστορίου, οδηγήθηκε στο άλλο άκρο. Yποστήριξε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είχε δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, αλλά μόνο μία φύση, τη θεία, η οποία απορρόφησε την ανθρώπινη. Στο Μονοφυσιτισμό, επομένως, ο Θεός παρουσιάζεται φαινομενικά ως άνθρωπος. Αν, όμως, στο πρόσωπο του Ιησού δεν είναι ενωμένη η θεία και η ανθρώπινη φύση, τότε η σωτηρία εξαρτάται μόνο από το Θεό, αφού ο άνθρωπος δεν έχει καμιά συμμετοχή σ’ αυτήν
1.3. Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (Σημειώσεις)
Η προσευχή αποτελεί έκφραση της βαθύτερης δίψας του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τον Θεό, να καταθέσει την καρδιά του, να βρει νόημα, στήριξη και αληθινή σχέση. Για τον ορθόδοξο Χριστιανό δεν είναι μια υποχρέωση, αλλά ένας ζωντανός διάλογος που ριζώνει στον πόθο της ψυχής να συναντήσει την πηγή της ζωής. Η προσευχή, όταν γεννιέται από ειλικρίνεια και ταπείνωση, δεν μένει εξωτερική πράξη. Ενεργεί βαθιά στην καρδιά, φωτίζει τον νου, γαληνεύει τα πάθη και οδηγεί στην εσωτερική ειρήνη. Όπως επισημαίνουν οι Άγιοι Πατέρες, η προσευχή μεταμορφώνει τον άνθρωπο, ανοίγοντάς τον στο φως της θείας Χάριτος. Με τον καιρό, η προσευχή γίνεται τρόπος ζωής: μια συνεχής αναφορά του ανθρώπου στον Θεό, μια μυστική ένωση που δυναμώνει την αγάπη και καθαρίζει την καρδιά.
Είδη και τρόποι προσευχής
Η πλούσια παράδοση της Εκκλησίας μας αναγνωρίζει ποικίλες μορφές προσευχής, καθεμία από τις οποίες εκφράζει διαφορετικές ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής:
- Ως προς το περιεχόμενο
Ευχαριστία: Η προσευχή που ευχαριστεί τον Θεό για τα δώρα της ζωής και της αδιάκοπης αγάπης Του.
Αίτηση –Δέηση : Η προσευχή με την οποία ο άνθρωπος ζητά βοήθεια, φώτιση, ενίσχυση ή λύση σε δυσκολίες.
Μετάνοια: Η προσευχή της καρδιακής συντριβής, όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζει τα λάθη του και ζητά συγχώρηση και ανανέωση.
Δοξολογία: Έκφραση θαυμασμού και τιμής προς τον Θεό για την αγιότητά Του και τα θαυμάσια έργα Του. - Ως προς τον τρόπο
Κοινή προσευχή: Η προσευχή που γίνεται μέσα στην Εκκλησία, στη λατρεία και στη Θεία Λειτουργία, όπου το σώμα των πιστών ενώνεται σε μία φωνή.
Ατομική προσευχή: Η προσωπική συνομιλία με τον Θεό, είτε μέσα στο σπίτι, είτε στο δρόμο, είτε στη σιωπή της καρδιάς.
Τυπική προσευχή: Προσευχή που γίνεται μηχανικά και στην οποία δεν συμμετέχει ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη.
Αυθόρμητη προσευχή: Λόγια που αναβλύζουν ελεύθερα από την καρδιά, χωρίς κείμενο ή τυπικό, ως άμεση έκφραση της ψυχής.
Αδιάλειπτη προσευχή: Η συνεχής μνήμη του Θεού, η νοερά προσευχή («Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»), που συνοδεύει τον πιστό σε κάθε στιγμή της ημέρας και γίνεται πηγή φωτός, ηρεμίας και ένωσης με τον Θεό.
1.4. Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Η αγιότητα (Β.Μ. ΣΕΛ 29-30)
Η αγιότητα είναι η ουσιαστική σχέση με τον Θεό. Η υπακοή στην εντολή του να γίνουμε άγιοι, όπως είναι Αυτός. Χριστιανός σημαίνει αυτός που αγαπά τον Χριστό και βαδίζει ελεύθερα, αβίαστα, φιλότιμα, πρόθυμα και πρόσχαρα την οδό του αγιασμού. Αγιότητα σημαίνει ν’ ακολουθείς τον Χριστό και στη Γεθσημανή και στον Γολγοθά. Αγιότητα ακόμη σημαίνει πλήρη και παντοτινή αποδοχή του όποιου θείου θελήματος. Αγιότητα είναι αληθινή αγάπη του σταυρού, απ’ όπου πηγάζει η αληθινή ζωή.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν αποδίδει ποτέ λατρεία στους αγίους μας παρά μόνο τιμή. Οι άγιοι είναι πάντοτε πιστά, αγαθά και αγωνιζόμενα μέλη της Εκκλησίας. Πρόκειται για απλούς, ταπεινούς, γνήσιους, καθαρούς, μετανοημένους, χριστιανούς. Δεν πρόκειται για εξωγήινους και υπεράνθρωπους, για ιδιαίτερα ταλαντούχους, πανέξυπνους και πανέμορφους, παντογνώστες και αλάνθαστους. Όλοι οι άγιοι είναι γνήσιοι ταπεινόφρονες και αγωνιστές. Το παράδειγμά τους αξίζει να εμπνέει όλους τους χριστιανούς. Οι άγιοι ήταν σαν κι εμάς. Ορισμένοι μάλιστα, παλαιότεροι και σύγχρονοι, και σε αρκετά πιο δύσκολες θέσεις από εμάς. Ασθενείς, πτωχοί, ταλαιπωρημένοι, κατηγορούμενοι, συκοφαντημένοι, εξορισμένοι, κυνηγημένοι και αδικημένοι.
Ο άγιος αποκτά νου Χριστού, άγεται από το Άγιον Πνεύμα. Ένας άγιος μπορεί να ’ναι και παχύς, να γράφει ή να μιλάει πολύ, να είναι βαριά ασθενής. Ένας άγιος δεν έχει όλα τα χαρίσματα μαζί. Δεν τα γνωρίζει οπωσδήποτε όλα. Ο άγιος μπορεί να ’ναι και στο μοναστήρι και στη σκήτη και στο κελλί και στο χωριό και στην πόλη. Τον καλύπτει η χάρη του Θεού, τον πλουτίζει η ταπείνωση, τον χαροποιεί η αδοξία, τον χαρακτηρίζει η αυτομεμψία, η αυτοκατάκριση και ο συνεχής αυστηρός αυτοέλεγχος.
Η αγιότητα είναι ανοιχτός κήπος. [...] Δεν αποκλείεται κανένας από την αγιότητα. Όποιος αγαπήσει πολύ τον Χριστό και την αγάπη του δείξει έμπρακτα, ταπεινωθεί και αγωνισθεί, αγιάζει, χαριτώνεται, φωτίζεται. Δεν θα πρέπει να λησμονάμε πως αρκετοί άγιοι ήταν σαν κι εμάς κι ορισμένοι χειρότεροι και από εμάς. Αυτό [...] δίνει μεγάλο κουράγιο σε όλους μας.
Στις ρίζες της λέξης άγιος συναντάμε την αγιότητα, την καθαρότητα, τη δύναμη, που προκαλούν έλξη και δέος, θαυμασμό και πίστη. Άγιος τελικά όμως είναι αυτός που αγαπά πολύ τον Θεό και τα πλάσματά του, που ενώνεται μαζί του, θεώνεται. Κανένας άγιος δεν αποζητά την προσωπική του δόξα, αλλά όλοι ζητούν και θέλουν μόνο τη δόξα του Πανάγιου Τριαδικού [...] Θεού. Η αγάπη του Θεού χαριτώνει, ευλογεί, αγιάζει και δοξάζει τους αγίους του. [...] Αγιότητα σημαίνει κοινωνία στη μοναδική αγιότητα του Θεού. Τ’ ασκητικά κατορθώματα δεν υπάρχουν για να βραβευθούν. Δεν στεφανώνονται οι προσοντούχοι, οι γίγαντες της ασκήσεως, οι κολοσσοί της ηθικής αλλά οι ταπεινοί οι πολύ αγαπώντες. Ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης πολύ χαρακτηριστικά και όπως πάντα χαριτωμένα έλεγε πως οι άγιοι θα τον αγαπούν τον Χριστό ακόμη και αν υπήρχε περίπτωση να μην υπήρχε ο παράδεισος.
1.5. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ.
- Προσωπείο και πρόσωπο κατά τους Τρεις Ιεράρχες (Β.Μ. ΣΕΛ 34-35)
Η πρώτη σημαντική στιγμή στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας, όπου ο άνθρωπος –όπως με πλαστικό και παραστατικό τρόπο μάς αφηγείται το βιβλίο της Γενέσεως– αποφεύγει να αντικρύσει κατά πρόσωπο την πραγματικότητα που ο ίδιος δημιούργησε, είναι εκείνη η στιγμή κατά την οποία, μετά την επαναστατική παράβαση της θείας εντολής, στο άκουσμα της φωνής του Θεού «Αδάμ, πού είσαι;» φοβάται, κρύβεται και δικαιολογείται. Μεταθέτει κατόπιν την ευθύνη από τον εαυτό του σ’ εκείνη που ο Θεός τού έδωσε για σύντροφο της ζωής του. Το ίδιο ακριβώς θα κάνει και η σύντροφος του άντρα: Θα καλυφτεί πίσω από μια δικαιολογία (Γεν 3, 9εξ). Έτσι η συμβατικότητα, το προσωπείο, η αποφυγή του κοιτάγματος της αλήθειας κατάματα μπήκαν για τα καλά μέσα στην ιστορία των ανθρώπων και των διαπροσωπικών τους σχέσεων. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το νόημα της βιβλικής αυτής διηγήσεως, κι αυτή είναι η ψυχολογική αλήθεια που περιέχει και το βάθος που εκφράζει. Η εικόνα του Θεού που είναι ο άνθρωπος ξεμακραίνει από το πρωτότυπό της, [...] από το Θεό αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί, όπως παρατηρεί ο ίδιος ιεράρχης [Μ. Βασίλειος], με το ερώτημα «Αδάμ, πού είσαι;» δεν ζητούσε καμιά πληροφορία ο παντογνώστης Θεός, αλλά ήθελε να κάνει τον άνθρωπο να καταλάβει [...] ποιος ήταν και ποιος έγινε. Άμεση ακολουθία υπήρξε και η αλλοτρίωση των σχέσεων με τον πλησίον. Η κοινωνία διασπάται σε άτομα που απομακρύνονται συνεχώς το ένα από το άλλο. [...] Γιατί αυτό το «πού είσαι;» προϋποθέτει ακριβώς την απόσταση που αισθάνεται ο ένας από τον άλλο και δηλώνει την αγωνιώδη προσπάθεια της συναντήσεως. Κι επειδή η γνησιότητα και ειλικρίνεια στις διαπροσωπικές σχέσεις χάθηκαν, τις αναπληρώνει ο άνθρωπος με κάποιο προσωπείο, είτε θεληματικά, είτε ακόμη και χωρίς να το θέλει. [...]
Το προσωπείο σημαίνει πρώτα πρώτα τυποποίηση, αυτοματισμό, ρουτίνα, καταναγκασμό, ενώ το πρόσωπο χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη και υπεύθυνη εκλογή. Γιατί δεν είναι το πρόσωπο δεδομένο ούτε τελειωμένο, αλλά γίνεται συνεχώς και εξελίσσεται [...].
Το πρόσωπο είναι εικόνα του Θεού, η εικόνα όμως [...] υπολείπεται από το πρωτότυπό της, γι’ αυτό χρειάζεται να ολοκληρωθεί, να φτάσει ο άνθρωπος στο «καθ’ ομοίωσιν Θεού». Έτσι, το πρόσωπο είναι κίνηση και ζωή [...].
Το προσωπείο σημαίνει ακόμη εγκλωβισμό μέσα στο άτομο, και το άτομο διακατέχεται από ποικίλους φόβους, κυρίως από τον αγχώδη φόβο του βιολογικού τερματισμού του. [...].
Το πρόσωπο αντίθετα είναι η εκρηκτική διάσπαση του άτομου, το οποίο διασπά τον απομονωτισμό του και έρχεται σε προσωπική σχέση με τα άλλα πρόσωπα της κοινωνίας. Έτσι, τη θέση του φόβου την παίρνει η αγάπη [...] που είναι προσφορά του προσώπου προς την κοινωνία, χωρίς ιδιοτέλεια και ανταλλάγματα.
[...] Το προσωπείο με τα δύο προηγούμενα χαρακτηριστικά του, δηλ. της ανελευθερίας και του ατομισμού, αυτόματα οδηγείται στην άρνηση της δημιουργίας. [...] Ο «θεόπλαστος» όμως άνθρωπος είναι συνδημιουργός, συνεχίζει το δημιουργικό έργο του Θεού σε άλλο βέβαια επίπεδο, κοινωνικό, επιστημονικό κτλ. Έτσι, χαρακτηριστικό του προσώπου είναι η δημιουργία και η πρόοδος.
Ερωτήσεις Εμπέδωσης
| 1. | Το βίωμα είναι εξωτερική γνώση που ο πιστός αποκτά με μελέτη. Σωστό / Λάθος |
|
Eρωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής
- Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, η πίστη χωρίς βίωμα:
Α. Είναι πλήρης
Β. Παραμένει θεωρητική και άκαρπη
Γ. Αποτελεί ένα τρόπο προσέγγισης του Θεού για τους Χριστιανούς
Δ. Είναι μόνο για τους μορφωμένους - Τι είναι το βίωμα;
Α. Μια θεωρητική γνώση
Β. Μια εξωτερική πληροφορία
Γ. Εμπειρία που ζει ο άνθρωπος και τον μεταμορφώνει
Δ. Ένας κανόνας συμπεριφοράς - Το θρησκευτικό βίωμα στην Ορθοδοξία είναι κυρίως:
Α. Η στείρα τήρηση εντολών
Β. Η μετοχή στη ζωή του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος
Γ. Η αποστήθιση δογμάτων
Δ. Η εκμάθηση τελετουργικών - Ποιος από τους παρακάτω δεν αναφέρεται ως τρόπος απόκτησης θρησκευτικού βιώματος;
Α. Προσευχή
Β. Συμμετοχή στα Μυστήρια
Γ. Άσκηση
Δ. Τυπική εφαρμογή εντολών χωρίς εσωτερική ελευθερία - Η καθημερινή ζωή του πιστού στην Ορθοδοξία:
Α. Δεν έχει σχέση με το θρησκευτικό βίωμα
Β. Αποτελεί τρόπο έκφρασης του βιώματος
Γ. Είναι άσχετη με την πίστη του
Δ. Είναι λιγότερο σημαντική από τα μυστήρια - Το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης περιέχεται συνοπτικά:
Α. Στην Αγία Γραφή μόνο
Β. Στους Ψαλμούς
Γ. Στο Σύμβολο της Πίστεως
Δ. Στα Ευαγγέλια μόνο - Ποιο από τα παρακάτω δεν αναφέρεται ως θεματική των δογμάτων;
Α. Ο τριαδικός Θεός
Β. Η ανάσταση νεκρών
Γ. Η δημιουργία του κόσμου
Δ. Η νηστεία - Η χριστιανική πίστη ως πράξη:
Α. Είναι προϊόν λογικών αποκλειστικά συλλογισμών
Β. Είναι αβίαστη και ελεύθερη στροφή της καρδιάς προς τον Θεό
Γ. Προϋποθέτει κατάργηση της λογικής
Δ. Λειτουργεί καταπιεστικά για τους πιστούς - Ποιος λόγος οδήγησε στη δημιουργία αιρέσεων;
Α. Η τήρηση των μυστηρίων
Β. Η καθαρή πίστη των πρώτων χριστιανών
Γ. Η προσπάθεια εξήγησης της πίστης μόνο με τη λογική
Δ. Η αποδοχή της θείας αποκάλυψης - Ποιος ισχυρίστηκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα;
Α. Ο Νεστόριος
Β. Ο Ευτυχής
Γ. Ο Άρειος
Δ. Ο Ιούδας - Ο Νεστοριανισμός υποστήριζε ότι η Παναγία πρέπει να ονομάζεται:
Α. Θεοτόκος
Β. Χριστοτόκος
Γ. Κυρία των Αγγέλων
Δ. Μητέρα της Εκκλησίας - Στο Νεστοριανισμό, ο Χριστός θεωρείται:
Α. Θεάνθρωπος
Β. Απλός άνθρωπος στον οποίο κατοίκησε ο Λόγος
Γ. Αμιγής Θεός
Δ. Μυθικό πρόσωπο - Κατά τον Μονοφυσιτισμό, ο Χριστός:
Α. Έχει δύο τέλειες φύσεις
Β. Είναι μόνο άνθρωπος
Γ. Έχει μία φύση, τη θεία
Δ. Είναι μόνο πνεύμα - Οι αιρέσεις αντιμετωπίστηκαν στην Εκκλησία με:
Α. Ατομικές αποφάσεις επισκόπων
Β. Τις Οικουμενικές Συνόδους
Γ. Αυτοκρατορικά διατάγματα
Δ. Βία και φανατισμό - Οι Οικουμενικές Σύνοδοι πραγματοποιήθηκαν:
Α. Από το 100 έως το 200 μ.Χ.
Β. Από το 325 έως το 787 μ.Χ.
Γ. Από το 900 έως το 1000 μ.Χ.
Δ. Μετά την περίοδο της Τουρκοκρατίας - Για τον ορθόδοξο χριστιανό, η προσευχή είναι κυρίως:
Α. Τυπικό καθήκον
Β. Ζωντανός διάλογος με τον Θεό
Γ. Λογική διαδικασία
Δ. Μορφή διαλογισμού και αυτοσυγκέντρωσης - Τι επιφέρει η προσευχή στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου;
Α. Ταραχή και άγχος
Β. Φώτιση και εσωτερική ειρήνη
Γ. Αποξένωση
Δ. Αδιαφορία - Ποια μορφή προσευχής εκφράζει την ευγνωμοσύνη τον Θεό για τα δώρα Του;
Α. Αίτηση
Β. Ευχαριστία
Γ. Μετάνοια
Δ. Δοξολογία - Πώς ονομάζεται η προσευχή όπου ο άνθρωπος ζητά βοήθεια και ενίσχυση;
Α. Δέηση/Αίτηση
Β. Δοξολογία
Γ. Ευχαριστία
Δ. Αδιάλειπτη προσευχή - Η προσευχή που γίνεται μέσα στη λατρεία της Εκκλησίας ονομάζεται:
Α. Ατομική
Β. Αυθόρμητη
Γ. Τυπική
Δ. Κοινή - Η αυθόρμητη προσευχή είναι:
Α. Προσευχή που γίνεται μηχανικά
Β. Λόγια που αναβλύζουν ελεύθερα από την καρδιά
Γ. Η επίσημη προσευχή της Εκκλησίας
Δ. Η συνεχής προσευχή της ημέρας - Η τυπική προσευχή χαρακτηρίζεται από:
Α. Ζεστασιά και αυθορμητισμό
Β. Μηχανική επανάληψη χωρίς συμμετοχή της καρδιάς
Γ. Έντονη συγκίνηση
Δ. Μυστική ένωση με τον Θεό - Ποια φράση συνδέεται με την αδιάλειπτη προσευχή;
Α. «Δόξα σοι ο Θεός»
Β. «Κύριε, ελέησον»
Γ. «Πιστεύω εις ένα Θεόν»
Δ. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» - Ποια από τις παρακάτω προτάσεις αποτυπώνει καλύτερα το νόημα της φράσης «Αγιότητα σημαίνει ν’ ακολουθείς τον Χριστό και στη Γεθσημανή και στον Γολγοθά»;
Α. Η αγιότητα είναι υπόθεση μόνον των μοναχών.
Β. Η αγιότητα απαιτεί πίστη χωρίς καμία δυσκολία.
Γ. Η αγιότητα περιλαμβάνει και τη χαρά και τον πόνο, την αυταπάρνηση και τη θυσία.
Δ. Η αγιότητα είναι αποκλειστικά εσωτερική εμπειρία χωρίς πρακτικές συνέπειες. - Ποιο στοιχείο καθιστά την αγιότητα προσιτή σε όλους;
Α. Η έμφυτη πνευματική υπεροχή ορισμένων ανθρώπων.
Β. Η δυνατότητα κάθε ανθρώπου να αγαπά, να ταπεινώνεται και να αγωνίζεται.
Γ. Η αυστηρή νηστεία και η μοναχική ζωή.
Δ. Η κατοχή θεολογικών γνώσεων και υψηλής μόρφωσης. - Τι σημαίνει η φράση (ο άγιος) «αγάγεται από το Άγιον Πνεύμα»;
Α. Ότι ο άγιος είναι αναγκασμένος να υπακούει τυφλά.
Β. Ότι η πνευματική του ζωή καθοδηγείται και φωτίζεται από τη χάρη του Θεού.
Γ. Ότι ο άγιος έχει αλάθητη κρίση σε όλα τα θέματα.
Δ. Ότι ο άγιος διαθέτει υπερφυσικές ικανότητες. - Ποια είναι η κεντρική θεολογική αντίληψη για την αγιότητα;
Α. Είναι κυρίως αποτέλεσμα προσωπικών ικανοτήτων και ταλέντων.
Β. Είναι ηθική τελειότητα που επιτυγχάνεται με συνεχή αυτοβελτίωση.
Γ. Είναι συμμετοχή και κοινωνία στη μοναδική αγιότητα του Θεού.
Δ. Είναι ανταμοιβή για τις μεγάλες ασκητικές επιδόσεις. - Τι αποκαλύπτει η ρήση του Γέροντος Παϊσίου ότι οι άγιοι θα αγαπούσαν τον Χριστό ακόμη και χωρίς τον παράδεισο;
Α. Ότι η αγάπη προς τον Θεό βασίζεται στο φόβο της τιμωρίας.
Β. Ότι η αγιότητα είναι συνδεδεμένη με την προσδοκία ανταμοιβής.
Γ. Ότι η αληθινή αγάπη προς τον Θεό είναι ανιδιοτελής και χωρίς υπολογισμούς.
Δ. Ότι ο παράδεισος δεν έχει καμία σημασία στη χριστιανική πίστη. - Η κίνηση του ανθρώπου να κρυφτεί μετά την παράβαση ερμηνεύεται κυρίως ως :
Α. Φοβική αντίδραση στο βιολογικό θάνατο.
Β. Έκφραση συμβατικότητας και απώλειας γνησιότητας στις σχέσεις.
Γ. Σημείο αδυναμίας απέναντι στην εξουσία του Θεού.
Δ. Λεπτομέρεια χωρίς υπαρξιακή σημασία. - Ποιο στοιχείο αποτελεί κύριο σημείο διαφοροποίησης «προσωπείου» «προσώπου»,;
Α. Το επίπεδο μόρφωσης και γνώσεων.
Β. Η ελευθερία της επιλογής και η εξελικτική δυνατότητα.
Γ. Η εξωτερική εμφάνιση και η κοινωνική θέση.
Δ. Η θρησκευτική τοποθέτηση. - Ποια συνέπεια συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση του προσωπείου;
Α. Ενίσχυση της κοινότητας και της εμπιστοσύνης.
Β. Εγκλωβισμός του ατόμου και αύξηση φόβων — ιδίως φόβου θανάτου.
Γ. Αυξημένη δημιουργικότητα και συνεργασία.
Δ. Ολοκληρωτική απάθεια απέναντι σε ηθικά ζητήματα. - Ποια η στάση του Χριστιανού απέναντι στην ανθρώπινη δημιουργία ;
Α. Αρνείται κάθε ανθρώπινη προσπάθεια ως αλαζονική.
Β. Θεωρεί τον άνθρωπο ως συνδημιουργό του Θεού που προάγει την πρόοδο σε κοινωνικό επίπεδο.
Γ. Αρνείται την επιστήμη.
Δ. Αποφεύγει κάθε τεχνολογική εξέλιξη. - Αν ένα πρόσωπο σήμερα παρουσιάζει αυστηρό αυτοέλεγχο αλλά δεν αναπτύσσει σχέσεις εμπιστοσύνης με άλλους, σημαίνει ότι…
Α. έχει ολοκληρωθεί ως πρόσωπο επειδή διαθέτει αυτοέλεγχο.
Β. πιθανόν παραμένει εγκλωβισμένο σε προσωπείο, διότι λείπει η διάσπαση του ατομισμού σε προσωπική σχέση με άλλους.
Γ. είναι αυτόματα άγιος.
Δ. η απουσία κοινωνικών σχέσεων δεν επηρεάζει την ποιότητα του προσώπου.
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ !!!
Στο τέλος του μαθήματος θα μπορείτε:
- να αναγνωρίζετε την έκφραση του βιώματος στη λατρεία και στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας
- να διερευνάτε εκφράσεις του θρησκευτικού βιώματος, συλλογικού και ατομικού, στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στο τέλος του μαθήματος θα μπορείτε:
- να ερμηνεύετε την πίστη στον Θεό ως σχέση εμπιστοσύνης
- να συσχετίζετε την ελπίδα και την αγάπη με την πίστη στον Τριαδικό Θεό.
Μετά το μάθημα αυτό θα μπορείτε να:
- περιγράφετε την προσευχή ως βαθύτερη ανάγκη επικοινωνίας με τον Θεό
- αναγνωρίζετε τη μεταμορφωτική δυναμική της προσευχής σύμφωνα με την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση.
Στόχος αυτού του μαθήματος είναι να αποκτήσετε την ικανότητα να:
- ερμηνεύετε την κατάσταση της αγιότητας στην Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και
- να εντοπίζετε την ποικιλία των χαρακτηριστικών της αγιότητας στη ζωή και στο έργο αγίων της Εκκλησίας.
Στόχος του μαθήματος είναι να αποκτήσετε την ικανότητα:
- να αναγνωρίζετε τη θρησκευτική ταυτότητα ως παράγοντα που επηρεάζει
τις προσωπικές επιλογές, - να εξετάζετε όψεις της θεολογικής σημασίας του προσώπου, κατά την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεών .
Στόχος του μαθήματος είναι να αποκτήσετε την ικανότητα:
- να αναδεικνύετε διαστάσεις της ενότητας στη ζωή της χριστιανικής κοινότητας,
- να συνδυάζετε τη μυστηριακή ενότητα στην Εκκλησία με το αίτημα της ενότητας των ανθρώπων ολόκληρου του κόσμου.
Ημερολόγιο
Ανακοινώσεις
Όλες...- - Δεν υπάρχουν ανακοινώσεις -